28.4
12:07

Μουσείο ΑΕΚ: Οι Ούγγροι που έγραψαν ιστορία στην ΑΕΚ

AEK1924.gr team
Μουσείο ΑΕΚ: Οι Ούγγροι που έγραψαν ιστορία στην ΑΕΚ

Το Μουσείο Ιστορίας της ΑΕΚ, συνεχίζει τ’ αφιερώματα στα «πρόσωπα που έγραψαν ιστορία» και αναφέρεται στους δυο Ούγγρους προπονητές που είχε η ομάδα την τετραετία 1928-1932

Αναλυτικά η δημοσίευση του Μουσείου Ιστορίας της ΑΕΚ:

Συνεχίζουμε τη δράση μας «Τα πρόσωπα που έγραψαν την ιστορία μας» με ένα ακόμη αφιέρωμα σε δύο ανθρώπους, τους οποίους οι Ενωσίτες γνωρίζουμε ελάχιστα – ή και αγνοούμε εντελώς. Πρόκειται για τους Ούγγρους προπονητές Γιόζεφ Σβενγκ και Έμιλ Ράουχμαουλ, οι οποίοι κράτησαν τα ηνία της Α.Ε.Κ. στην κρίσιμη τετραετία 1928-1932 και συνέβαλαν στη δημιουργία της ομάδας, που κατέκτησε υπό τις οδηγίες του δεύτερου το πρώτο τρόπαιο. Ας πάμε να τους γνωρίσουμε.

Οι Μαγυάροι δάσκαλοι της προπολεμικής ΑΕΚ

Είναι αλήθεια ότι το ποδόσφαιρο άργησε να αναπτυχθεί στην Ελλάδα. Μολονότι και στη χώρα μας «ο βασιλιάς των σπορ» γνώρισε «με το καλημέρα» τη μαζική δημοφιλία που έχει σε ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη, εντούτοις υπήρξε μία σχετική χρονική καθυστέρηση για αυτό το… «καλημέρα». Ενώ σε άλλες χώρες οι βάσεις είχαν μπει από τα τέλη του 19ου, ή έστω την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, στην Ελλάδα έπρεπε να φτάσουμε στα μέσα της δεκαετίας του ’20 για να δημιουργηθεί η πρώτη ποδοσφαιρική βάση. Τότε ιδρύθηκαν οι περισσότεροι σύλλογοι που διέθεταν (και) ποδοσφαιρικά τμήματα, (π.χ. η Α.Ε.Κ. το 1924, ο Ολυμπιακός το 1925, ο Π.Α.Ο.Κ. το 1926), τότε ιδρύθηκαν οι πρώτες τοπικές ποδοσφαιρικές ενώσεις και τότε ξεκίνησαν τα πρώτα τοπικά πρωταθλήματα. Για παράδειγμα, το πρώτο επίσημο πρωτάθλημα Αθηνών διεξήχθη την περίοδο 1924-1925, με συμμετοχή 9 ομάδων, το πρώτο πανελλήνιο πρωτάθλημα μόλις το 1927-1928 και το πρώτο κύπελλο Ελλάδας το 1931-1932. Είναι ενδεικτικό ότι στον αθλητικό Τύπο των ετών 1924-1927 υπάρχουν εκτενή κείμενα που αποσκοπούν στην ενημέρωση των φιλάθλων για τους «κανονισμούς του φουτ-μπώλ».

Σε αντίθεση με την Ελλάδα, η Ουγγαρία ήταν μία από τις πρωτοπόρες χώρες στην ανάπτυξη του ποδοσφαίρου. Το σπορ έφτασε σε αυτή στα τέλη του 19ου αιώνα μέσω φοιτητών και εργαζομένων που επέστρεφαν από τη Βρετανία και αναπτύχθηκε αστραπιαία. Η Ουγγρική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία ιδρύθηκε το 1901 ενώ η Βουδαπέστη έγινε γρήγορα κέντρο του αθλήματος, με σημαντικούς συλλόγους όπως η Φερεντσβάρος, η Ουίπεστ και η ΜΤΚ. Ήδη από τη δεκαετία του 1910 υπήρχαν οργανωμένα πρωταθλήματα και έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στους συλλόγους.

Η πρωτοπορία της Ουγγαρίας είναι ότι δεν αντέγραψε το αγγλικό ποδόσφαιρο. Αντίθετα, στο μαγυάρικο στυλ παιχνιδιού δόθηκε έμφαση στην τεχνική και τις κοντινές πάσες, οι παίκτες είχαν πιο ευέλικτους ρόλους μέσα στο γήπεδο και αναπτύχθηκαν πρώιμες τακτικές ιδέες.

Έτσι, η Ουγγαρία ανέπτυξε δικό της αγωνιστικό στυλ, έπαιξε ρόλο-κλειδί στην εξέλιξη της τακτικής του ποδοσφαίρου, έγινε γέφυρα ανάμεσα στο βρετανικό ποδόσφαιρο και το πιο «τεχνικό» ευρωπαϊκό στυλ και αποτέλεσε βασικό εκφραστή της «σχολής του Δούναβη», που αναπτύχθηκε στην Κεντρική Ευρώπη (Αυστρία, Ουγγαρία, Γερμανία). Όταν λοιπόν το ποδόσφαιρο έκανε στην Ελλάδα τα πρώτα του βήματα, η Ουγγαρία ήταν ήδη μία από τις κορυφαίες ποδοσφαιρικές δυνάμεις του πλανήτη.

Με βάση όσα σημειώθηκαν παραπάνω ήταν φυσιολογικό που στα πρώτα χρόνια του ελληνικού ποδοσφαίρου, αρκετοί ελληνικοί σύλλογοι επέλεξαν να προσλάβουν Ούγγρους προπονητές, ώστε να μυήσουν τους «άγουρους» ακόμη παίκτες τους στα μυστικά του αθλήματος. Σε άλλους συλλόγους τέτοιες περιπτώσεις ήταν ο Γιόζεφ Κίνστλερ (József Künsztler), που έγραψε λαμπρή ιστορία στον Παναθηναϊκό μεταξύ 1928-1934 αλλά και μεταγενέστερα μεταξύ 1936-1939 ή ο Γκιούλα Άνταλ (Gyula Antal), προπονητής του σπουδαίου Άρη Θεσσαλονίκης των αρχών της δεκαετίας του ’30.

Αυτή που δεν είναι τόσο γνωστή και επαρκώς καταγεγραμμένη είναι η παρουσία Μαγυάρων προπονητών στα πρώτα βήματα της Α.Ε.Κ., μολονότι η Ένωση είναι ο σύλλογος που προσέλαβε όχι έναν, αλλά δύο Ούγγρους τεχνικούς! Πάμε λοιπόν να τους γνωρίσουμε λίγο καλύτερα.

Ο πρώτος από αυτούς ήταν ο Γιόζεφ Σβενγκ (József Schweng). Γεννήθηκε το 1899 στην πόλη Μίσκολτς (Miskolc), μία πόλη βορειοανατολικά της Βουδαπέστης, κοντά στα σύνορα με τη Σλοβακία. Αγωνίστηκε ως ποδοσφαιριστής στην τοπική Βασούτας.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 έρχεται στην Ελλάδα και εργάζεται ως προπονητής αρχικά στον Ηρακλή Θεσσαλονίκης, τον οποίο αναδεικνύει πρωταθλητή της πόλης. Από το 1928 και για μία τριετία αναλαμβάνει την τεχνική ηγεσία της Α.Ε.Κ. Με τον Σβενγκ προπονητή η Ένωση δημιουργεί ένα αξιόμαχο σύνολο που συνδυάζει εμπειρία και ταλέντο. Κυρίαρχη μορφή και σημείο αναφοράς του παιχνιδιού της παραμένει φυσικά ο Κώστας Νεγρεπόντης, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του. Ο «Νεγκρό» είναι αναμφίβολα ο πρώτος σταρ του ελληνικού ποδοσφαίρου, ένας σολίστας με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση και μεγάλη εκτελεστική δεινότητα. Όπως όμως οι περισσότεροι σταρ έτσι κι ο Νεγρεπόντης επιδεικνύει κάποιες φορές τάσεις ατομισμού, γεγονός που δημιουργεί σποραδικές τριβές στη σχέση του με τον Σβενγκ.

Η Ένωση είναι ανταγωνιστική στις τρεις σεζόν της θητείας του Γιόζεφ Σβενγκ και σε όλες παίρνει τη δεύτερη θέση, χάνοντας το πρωτάθλημα Αθηνών στις λεπτομέρειες από τον Παναθηναϊκό, ο οποίος πάντως είναι γηπεδούχος σε όλα τα παιχνίδια, που διεξάγονται στη Λεωφόρο (η Ένωση θα αρχίσει να χρησιμοποιεί ως έδρα το γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας πολύ αργότερα, το 1938). Είναι τα πρώτα χρόνια, στα οποία οι πρωταθλητές Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης αγωνίζονται στο τέλος και για το πανελλήνιο πρωτάθλημα, το οποίο κατακτούν διαδοχικά ο Άρης, ο Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός. Η Α.Ε.Κ. θα πρέπει να περιμένει λίγο ακόμη για να κατακτήσει τον δικό της πρώτο τίτλο.

Σημειωτέον ότι ο Σβενγκ υπήρξε και προπονητής της Εθνικής Ελλάδος για ένα σύντομο διάστημα στις αρχές του 1930, ενώ μετά την αποχώρησή του από τον πάγκο της Α.Ε.Κ. μετακόμισε στην Τουρκία, όπου παρέμεινε σχεδόν για δύο δεκαετίες, εργαζόμενος σε διάφορους συλλόγους.

Αυτό που δεν κατόρθωσε ο Γιόζεφ Σβενγκ στην τριετή θητεία του στον κιτρινόμαυρο πάγκο το πέτυχε στην επόμενη σεζόν ο διάδοχος και συμπατριώτης του: ο Έμιλ Ράουχμαουλ (Emil Rauchmaul). Γεννημένος το 1891 (αποβίωσε το 1968), ο Ράουχμαουλ που, όπως μαρτυρεί και το επώνυμό του, είχε γερμανική ρίζα, υπήρξε διεθνής ποδοσφαιριστής και αγωνίστηκε ως αμυντικό χαφ στη Μπουνταπέστι.

Στο τέλος της δεκαετίας του ’20 επιδόθηκε στην προπονητική, ξεκινώντας από την Πολωνία. Το καλοκαίρι του 1931 ήρθε στην Ελλάδα και ανέλαβε την Α.Ε.Κ. Και τον Νοέμβριο του 1931, η Ένωση κατόρθωσε υπό την τεχνική καθοδήγησή του να επιτύχει έναν στόχο που κυνηγούσε επί χρόνια: να κατακτήσει τον πρώτο της τίτλο, που ήταν το νεοσύστατο Κύπελλο Ελλάδος!

Προκειμένου να φτάσει στον τελικό η Α.Ε.Κ. απέκλεισε στη φάση των 16 τον Πειραϊκό με 2-0, στα προημιτελικά τον Εθνικό με 4-0 και στον ημιτελικό τον ΠΑΟΚ με 2-1. Ο τελικός διεξήχθη στις 8 Νοεμβρίου 1931 στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Αντίπαλός της ήταν ο σπουδαίος Άρης της εποχής, του Κίτσου και των αδελφών Βικελίδη, ο οποίος φάνταζε σαν το μεγάλο φαβορί της αναμέτρησης, αφού στο διάβα του για τον τελικό είχε αποκλείσει τον ισχυρό Απόλλωνα και είχε συντρίψει τον Παναθηναϊκό με 7-2, ενώ επρόκειτο να νικήσει τους «πράσινους» και στο πρωτάθλημα με το εκκωφαντικό 7-0!

Ωστόσο, η Α.Ε.Κ. έκανε την έκπληξη και αιφνιδίασε τον μεγάλο της αντίπαλο, επικρατώντας τελικά με σκορ 5-3. Η κατάκτηση του κυπέλλου, του πρώτου τίτλου για προσφυγική ομάδα, πανηγυρίστηκε έξαλλα από τους φιλάθλους της Ένωσης στην Αθήνα αλλά και σε ολόκληρη την Ελλάδα και σταθεροποίησε το στάτους της ως ενός από τους «τρεις μεγάλους».

Στα αξιοσημείωτα του αγώνα, πέραν του ότι χάρισε στην Ένωση τον πρώτο τίτλο της ιστορίας της, ότι ήταν έριξε την αυλαία στη μεγάλη καριέρα του Κώστα Νεγρεπόντη. Ο «Νεγκρό» είχε ήδη ουσιαστικά αποσυρθεί από την ενεργό δράση και δεν είχε αγωνιστεί σε κανέναν αγώνα της περιόδου. Ωστόσο, λόγω και της απουσίας του βασικού φορ Μήτσου Μούγκρα, πραγματοποίησε στον τελικό την τελευταία εμφάνιση της τεράστιας, διεθνούς καριέρας του. Μάλιστα, σκόραρε το πέμπτο τέρμα και κατόπιν «κρέμασε τα παπούτσια του», σε ηλικία 35 ετών. Επίσης, ότι στον τελικό τα τρία γκολ του Άρη σημείωσε ο Νίκος Κίτσος, ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που σκόραρε χατ-τρικ σε τελικό Κυπέλλου που η ομάδα του έχασε!

Αξίζει να αναφέρουμε εδώ ότι αυτά που γράφονται σε αυτό το αφιέρωμα έρχονται, για μία ακόμη φορά, σε αντίθεση με όσα σχετικά έχουν γραφτεί μέχρι σήμερα στην ιστοριογραφία της Α.Ε.Κ. Κατ’ αρχάς, οι περισσότερες αναφορές στην κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδας της περιόδου 1931-1932 αναφέρουν ως προπονητή της ομάδας, τον πρώην παίκτη της Θέμο Ασδέρη. Αλλά γενικότερα, τα δεδομένα και οι ημερομηνίες που αναγράφονται στην ενωσίτικη ιστοριογραφία είναι (και) ως προς το θέμα των δύο αυτών Ούγγρων προπονητών σχεδόν εντελώς λανθασμένα. Ακόμη και η επίσημη Α.Ε.Κ. στον τόμο των 90 ετών αναφέρει τον Σβενγκ ως προπονητή για μία σεζόν, το 1927-1928, ενώ στην πραγματικότητα η θητεία του ήταν τριετής, μεταξύ 1928-1931. Ο δε Ράουχμαουλ αναφέρεται ως Ρουμάνος που διετέλεσε προπονητής το 1930-1931, ενώ ήταν Ούγγρος και υπήρξε προπονητής το 1931-1932. Με το παρόν αφιέρωμα συμπληρώνουμε αυτό το κενό με τα ορθά δεδομένα, που είναι… διπλο-τσεκαρισμένα και ακριβή.

Αυτή ήταν μια συνοπτική γνωριμία με τους Μαγυάρους προπονητές της Α.Ε.Κ. στην προπολεμική περίοδο. Φυσικά και μεταπολεμικά, οι Ούγγροι προπονητές έμελλε να παίξουν κεντρικότατο ρόλο τόσο στην Α.Ε.Κ., με προεξέχουσα μορφή εκείνη του Γιένε Τσάκναντι, όσο και σε άλλους συλλόγους (Μάρτον Μπούκοβι στον Ολυμπιακό, Γκιούλα Λόραντ στον ΠΑΟΚ, Φέρεντς Πούσκας στον Παναθηναϊκό και την Α.Ε.Κ. κ.ά). Για τους μεταπολεμικούς Ούγγρους προπονητές της Ένωσης, ιδίως για τον Τσάκναντι, θα υπάρξει σύντομα ξεχωριστό αφιέρωμα.

Στις φωτογραφίες:
1. Ο Γιόζεφ Σβενγκ
2. Επινίκια της επικράτησης στο αθηναϊκό ντέρμπι το 1928. Ο Γιόζεφ Σβενγκ καθιστός στην πρώτη σειρά, δίπλα στον Κώστα Νεγρεπόντη.
3. Ο Σβενγκ, πίσω, με τον μπερέ, με την ομάδα της Α.Ε.Κ. στα τέλη της δεκαετίας του ’20.
4. Ταξίδι στη Λέσβο τον Μάιο 1930 για φιλικό αγώνα με τον Παλλεσβιακό. Ο Γιόσεφ Σβενγκ πρώτος αριστερά στους καθήμενους.
5-6. Ο Έμιλ Ράουχμαουλ
7. Η Κυπελλούχος Ελλάδος 1931-1932 Α.Ε.Κ. Από αριστερά: Μάλλιος – Γκάλιτς, Πάτροκλος, Κωνσταντινίδης, Αργυρόπουλος, Δεληκάρης, Ρίμπας, Μούγκρας, Νταϊσπάγγος, Μπαλτάς, Τζιραλίδης, Ηλιάσκος. Στο τέρμα δεξιά ο προπονητής Έμιλ Ράουχμαουλ.

Η δημοσίευση του Μουσείου Ιστορίας της ΑΕΚ:

Advertisement