29.5
13:57

Μπατίστα: «Δεν με θέλει στην ΑΕΚ ο Μελισσανίδης»

AEK1924.gr team
kostis-batista
Advertisement

Ο άλλοτε επιθετικός της ΑΕΚ, Ντανιέλ Μπατίστα, μίλησε σε αθλητική ιστοσελίδα σε μια συνέντευξη ζωής και μεταξύ άλλων αναφέρθηκε στον Δημήτρη Μελισσανίδη, ο οποίος δεν τον θέλει τώρα στην ΑΕΚ.

Αναλυτικά όσα είπε σε μια μεγάλη συνέντευξη στο gazzetta.gr ο Ντανιέλ Μπατίστα:

Πώς θυμάσαι τα παιδικά σου χρόνια;

Τα παιδικά μου χρόνια τα θυμάμαι ανέμελα. Προέρχομαι από μια οικογένεια με 6 παιδιά, τέσσερα αγόρια και δύο κορίτσια. Ο πατέρας μου δούλευε ως ναυτικός, σε ελληνικά καράβια. Ερχόταν σπίτι ύστερα από 1-2 χρόνια. Στο πρώτο του ταξίδι έφυγε και γύρισε τρία χρόνια μετά – εγώ ήμουν ακόμη μικρός τότε. Ετσι, μεγαλώσαμε με τη μάνα μου. Ερχόταν σπίτι ο πατέρας μου και δεν τον θέλαμε, δεν του μιλούσαμε. Η σχέση μας ήταν προβληματάκι, με πείραζε. Όταν μεταναστεύσαμε στην Ολλανδία ήμουν 16 ετών. Τότε αρχίσαμε να ζούμε όλοι μαζί. Μέχρι τότε δεν είχαμε στενές σχέσεις. Μας έλεγε και κάποια πράγματα που τα θεωρούσαμε άδικα. Εγώ ήμουν μέσα στον αθλητισμό, δεν ξενυχτούσα, δεν πήγαινα στα μπαρ, δεν έπινα. Ήμουν μόνο σχολείο, σπίτι και προπόνηση, οπότε δεν ήθελα να με μαλώνει, γιατί δεν το έβρισκα σωστό. Το θεωρούσα άδικο.

Τέλος πάντων… Στο Κάπο Βέρντε παίζαμε μπάλα όλη μέρα μπάλα στο δρόμο, στις γειτονιές με τους φίλους μου. Εμαθα να παίζω μπάλα στις αλάνες.

Πολύ ωραία χρόνια! Παίζαμε, παίζαμε… Ξεχνούσα να πάω σπίτι μου να φάω. Η μάνα μου με φώναζε και πολλές φορές έτρωγα ξύλο. Ήμουν πολύ αδύνατος και με φώναζαν “οδοντογλυφίδα”.

Στα 16 μου πήγα στην Καστίγιο που έπαιζε κι ο Λίμα. Με τον Λίμα δεν ήμασταν συγγενείς, είχαν γράψει ότι είναι θείος μου αλλά είναι λάθος. Μετά την Ελλάδα γνωριστήκαμε και γίναμε κουμπάροι. Ο Λίμα ήταν μεγάλη φίρμα στο Κάπο Βέρντε, αθληταράς.

Σε θέματα φυσικής κατάστασης μπορώ να πω ότι ήταν καλύτερος και από μένα, πήρε πρωτάθλημα με αυτήν την ομάδα. Ήταν ολοκληρωμένος ποδοσφαιριστής και έφυγε φίρμα από τη χώρα μας. Εγώ στα 16 μου ξεκίνησα να παίζω. Τότε είχε πάει κι ο αδερφός μου και έτσι πήγα μαζί του κι εγώ. Εκείνος ήταν άμπαλος, εγώ έπαιξα στην πρώτη ομάδα. Ήμουν καλό ταλεντάκι.

Άρα στα 16 έκανες και το πρώτο σου επαγγελματικό συμβόλαιο;

Όχι επαγγελματικό, ερασιτέχνης ήμουν. Τότε δεν υπήρχαν ακαδημίες. Πήγαινες να δοκιμαστείς και αν ήσουν καλός θα έπαιζες αλλιώς συνέχιζες να παίζεις στη γειτονιά σου. Το πρωτάθλημά μας ήταν δυνατό, υπήρχε ανταγωνισμός και εγώ ήμουν μόλις 16 ετών. Κάποιος από την ομάδα είχε πάει στη μάνα μου για να υπογράψει ώστε να μπορώ να παίζω. Ήμουν ανήλικος. “Δεν υπογράφω, είναι μικρός. Θα του σπάσουν τα πόδια”, είπε η μάνα μου. Ετσι, είπε ο αδερφός μου “θα υπογράψω εγώ”. Και μ’ αυτόν τον τρόπο έπαιξα… Με την, ας πούμε, πλαστογραφία του αδερφού μου.

Και εκεί που είχες μπει σε μία ομάδα, έπρεπε να μετακομίσεις για την Ολλανδία;

Ναι… Ο πατέρας μου είχε κανονίσει να φύγουμε για Ολλανδία – πίστευε ότι θα είχαμε ένα καλύτερο μέλλον.

Πού μένατε;

Στο Ρότερνταμ. Πήγαμε εκεί το 1981. Δεν ήξερα καν αν θα μπορούσα να παίξω επαγγελματικά, απλά ήξερα ότι μπορώ να παίξω μπάλα. Φτάνοντας στην Ολλανδία το μόνο ματς που είχα δει στην τηλεόραση ήταν ένα ματς της Ρωσίας για το Euro, σε μια ασπρόμαυρη τηλεόραση που ήταν σε μια βιτρίνα. Το σήμα ερχόταν και έφευγε. Όταν πήγα στην Ολλανδία, άρχισα να βλέπω ποδόσφαιρο στην τηλεόραση. Εκεί μου μπήκε η ιδέα να παίξω.

Η ομάδα που υποστήριζες μικρός;

Μπενφίκα. Το Κάπο Βέρντε είναι πορτογαλική αποικία. Τα ματς τα ακούγαμε από το ράδιο. Μέχρι σήμερα μου αρέσει να βάζω ραδιόφωνο και να βλέπω το ματς στην τηλεόραση. Είναι ωραίο το πως μεταδίδουν οι Βραζιλιάνοι. Ο ρυθμός τους κι η έντασή τους είναι πολύ ωραία. Εβλεπα Φέγενοορντ, Αϊντχόφεν, Άγιαξ… Εγώ πίστευα ότι για να γίνεις επαγγελματίας πρέπει να κάνεις καλύτερα πράγματα απ’ ότι ο Μαραντόνα, ότι πρέπει να βάζεις τη μπάλα καλάθι από το κέντρο του γηπέδου. Όταν όμως τους είδα να παίζουν κατάλαβα ότι μπορούσα και ‘γω. Όταν πάτησα το πόδι μου στην Ολλανδία ήμουν πιο αργός και από την καθυστέρηση.

Σε ποια ομάδα πήγες;

Σε καμία ομάδα δεν πήγα. Τότε υπήρχαν ομάδες που συμμετείχαν σε πρωτάθλημα όπου ήταν μόνο παιδιά από το Κάπο Βέρντε. Εγώ είμαι από το Σάο Βισέντε και πήγα σε μια ομάδα απ’ αυτές. Ήθελα μόνο να παίζω, να αθλούμαι. Ήταν η χειρότερη ομάδα του πρωταθλήματος, εγώ με τον αδερφό μου ήμασταν οι καλύτεροι παίκτες. Υπήρχαν και δυνατές ομάδες όμως. Έβλεπες καλούς παίκτες, χοντρούς, λεπτούς… Εγώ έκανα προπονήσεις μόνος μου, έτρεχα στο δρόμο, γιατί ήθελα να δυναμώσω. Μεγαλώνοντας δυνάμωνα. Με είδαν και μου είπαν να πάω σε μια ομάδα κοντά στο σπίτι μου. Πήγα και στη συνέχεια έκανα αίτηση να πάω στην Ακαδημία της Φέγενοορντ. Πήγα, με δοκίμασαν και ξαφνικά βρέθηκα στην Β’ ομάδα. Και δεν έγινα επαγγελματίας στην Φέγενοορντ γιατί δεν είχα ιδέα από το τι σημαίνει να είσαι επαγγελματίας. Δεν είχα ιδέα, δεν υπήρχε κάποιος να μου εξηγήσει. Επρεπε να πάρω δύο λεωφορεία και το τραμ. Χρειαζόμουν 1-1,5 ώρες να πάω κι άλλο τόσο να γυρίσω. Ήταν πολύ δύσκολα. Ήταν σαν να έμενες στο Μενίδι και να έπρεπε να πας στη Γλυφάδα κάθε μέρα. Και ταυτόχρονα πήγαινα και σχολείο. Ξυπνούσα 7 το πρωί και επέστρεφα σπίτι μου 10-11 το βράδυ.

Ήσουν καλός μαθητής;

Όχι, καθόλου. Πέρα από τη γυμναστή μου άρεσε ένα μάθημα που κάναμε υδραυλικά. Κάναμε εργασίες και ήθελα να ασχοληθώ μ’ αυτό. Εκανα συνέχεια προπόνηση, πήγαινα σ΄ έναν χώρο που είχαμε φτιάξει με έναν φίλο μου: Είχαμε βάλει ποδήλατο και βάρη. Εγώ δεν το έκανα αυτό γιατί ήθελα να γίνω επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Ήθελα να είμαι αθλητής, μου άρεσε. Και μου άρεσε κι ο στίβος. Αν μου έλεγε κάποιος: “Πήγαινε να τρέξεις 400 μέτρα”, θα πήγαινα και θα παρατούσα τη μπάλα. Ναι μεν μου άρεσε το ποδόσφαιρο αλλά δεν τρελαινόμουν. Δεν ήξερα τι πρέπει να κάνω.

Φανταστείτε ότι μια εφημερίδα του Ρότερνταμ είχε γράψει ότι η Φέγενοορντ δίνει συμβόλαιο σε έναν παίκτη από το Κάπο Βέρντε και δεν ήξερα τίποτα, το έμαθα μετά. Αυτοί πίστευαν ότι δεν ενδιαφερόμουν. Μου έλεγαν: “Ελεγα αύριο έχουμε φιλικό στις 14.00 με τον Άγιαξ του Κρόιφ”. Και εγώ τους έλεγα: “Μίστερ δεν μπορώ να έρθω, έχω σχολείο”. Είχαν πάθει πλάκα. “Παίζουμε με τον Κρόιφ, τον Γκούλιτ, τον Φαν Μπάστεν”, μου έλεγαν. Φοβόμουν μη με μαλώσει ο πατέρας μου, δεν πήγα. Δεν ήθελα να νομίζει ότι έκανα κοπάνες. Δεν ήταν ότι θα με δείρει, αλλά δεν ήθελα τη γκρίνια. Αν του του έλεγα μπορεί και να χαιρόταν, του άρεσε το ποδόσφαιρο, ήταν φανατικός Μπενφίκα. Η Φέγενοορντ είναι από τις καλύτερες ομάδες της Ολλανδίας, αλλά τότε δεν σκεφτόμουν ότι αυτοί έχουν κάτι δει σε μένα, ήμουν καλός. Εκανα προπονήσεις με παιδιά που έπαιξαν αργότερα στην πρώτη ομάδα. Ο ένας ήταν ο Μάριο Μπιν κι ο άλλος ήταν ένας πιο νέος και μιλήσουμε πολύ. Με έπαιρνε με το αμάξι του και πηγαίναμε μαζί στις προπονήσεις. Μου έλεγε: “Μην είσαι μαλάκας, πήγαινε να ζητήσεις συμβόλαιο. Είσαι καλύτερος απ’ όλους μας”. Δεν ήξεραν να μιλάω ολλανδικά, τι να πω. Ετσι έφυγε η ευκαιρία αυτή, μου είπαν ότι έπρεπε να φύγω. Ετσι πήγα στην άλλη ομάδα του Ρότερνταμ την Εξέλσιορ. Ομάδα Β’ εθνικής, μικρομεσαία. Εκεί είχα έναν προπονητή που δουλεύαμε μόνο με μπάλα. Επαιζα φοβερά, αλλά δεν μου έδινε σημασία. Εβαζαν κάτι άλλους, κάτι άμπαλους. Ο ένας έπαιζε επειδή ο μπαμπάς του ήταν στη διοίκηση και έτσι έφυγα. Εκεί, ο μπαμπάς μου τρελάθηκε. Ε, μετά πήγα και έπαιζα με τους συμπατριώτες μου πάλι από το Κάπο Βέρντε. Τότε άρχισα να απογοητεύομαι. Ήμουν 18 ετών. Τότε ένας ξάδερφος μου μου είπε έλα στην Πορτογαλία να δοκιμαστείς.

Με τον μπαμπά τότε οι σχέσεις είχαν αρχίσει να φτιάχνουν;

Ναι τα πηγαίναμε καλύτερα αλλά δεν μου έδινε και πολλή σημασία. Του άρεσε να παίζω μπάλα, αλλά δεν ήξερε ο άνθρωπος να με καθοδηγήσει. Μια ζωή μέσα στα καράβια ήταν, δεν μπορούσε να με βοηθήσει.

Ετσι, εμφανίστηκε ο ξάδερφός μου ο οποίος με κάλεσε στην Πορτογαλία. Πήγα για να δοκιμαστώ στην Μπελενένσες. Εκεί προπονητής ήταν ο πατέρας του Μουρίνιο, ο Φέλιξ Μουρίνιο. Δεν με έβαζαν να ντυθώ καν στα αποδυτήρια. Εγώ τους έβλεπα να παίζουν και είπε στον ξάδερφό μου: “Ρε τι γίνεται εδώ, δεν με βάζουν καν να με δουν”. Μου είπαν να πάω την άλλη μέρα. Πήγα και πάλι δεν με έβαζε στην αρχή. Τελικά, έπαιξα μισή ώρα. Δεν τους έβλεπα καν. Ήμουν καλύτερός τους. Μου είπαν να πάω πάλι την επόμενη μέρα. Εγώ είχα τσαντιστεί και είπα στον ξάδερφό μου: “Να πάνε να γαμηθούν, δεν έρχομαι”. Εκατσα κάνα μήνα στην Πορτογαλία με τα ξαδέρφια μου και επέστρεψα στην Ολλανδία.

Δεν είχα τι να κάνω, ο πατέρας μου με μάλωνε γιατί είχα φύγει από την Εξέλσιορ. Ετσι, πήγα να παίξω πάλι με τους Κάπο Βερντιάνους και βρήκα και μια δουλειά, σε μια εταιρία που έβαζε τηλέφωνα σε γραφεία. Το αφεντικό μου είχε μια ομάδα και έπαιζα στην ομάδα του. Επαιζα εκεί και έβαζα γκολάρες. Εκεί ήταν ένας Ολλανδός που τρελαινόταν μαζί μου, ήταν ο μασέρ της ομάδας. Ήθελε να μου κάνει μασάζ συνέχεια. Εγώ τότε έπαιζα και σ’ αυτήν την ομάδα και στην άλλη με τους συμπατριώτες μου. Μία μέρα ήταν στο σπίτι ένας κουμπάρος του πατέρα μου στο σπίτι μου. Παίζαμε ένα τουρνουά με τους Κάπο Βερντιάνους στο Ρότερνταμ, όπου συμμετείχαν πολλές ομάδες. Ο πατέρας μου δεν γούσταρε να πηγαίνω εκεί και πολλές φορές με έβαζε να βάφω το σπίτι ή να κάνω άλλες δουλειές για να μην πηγαίνω. Ε, τότε είπα στον κουμπάρο του να έρθει να μας δει. “Τι, εσείς παίζετε μπάλα;”, μου είπε για να με πειράξει. Ήταν πλακατζής. Τελικά, πήρε τον πατέρα μου και ήρθαν να με δουν. Εγώ ήμουν πολύ γυμνασμένος, τους περνούσα όλους, έβαζα γκολάρες. Μετά το τουρνουά, ο κουμπάρος του πατέρα μου μού είπε: “Ρε, τι παικταράς είσαι εσύ, θες να πας στην Ελλάδα;”. Αυτός ήταν με τον Λίμα και τον πήρε τηλέφωνο για να κανονίσει. “Εχω δει έναν παίκτη που είναι καλύτερος από τον Σαραβάκο και τον Αναστόπουλο”. Ο Λίμα μου είπε ότι αν μπορούσε να στείλει πρόσκληση ο Πανιώνιος, θα πήγαινα να δοκιμαστώ. Ο Τόνι, ο οποίος έφερε τον Λίμα στην Ελλάδα, ήταν αυτός που μιλούσε με τον Σταματελάτο του Πανιώνιου. Είχε εντυπωσιαστεί από το ύψος μου και από το ότι είχα παίξει στην Φέγενοορντ. Ετσι, κανόνισε να έρθω Ελλάδα. Με είδε στο αεροδρόμιο, άρχισε να μου μιλάει και είχα σκάσει στα γέλια. Πήγα στην Νέα Σμύρνη, έπαιζα στα φιλικά, έβαζα 1-2 γκολ ανά φιλικό. Ο Λίμα ρώτησα αν θα με πάρουν αλλά δεν του έλεγαν. Ο Τόνι ήταν τσαντισμένος γιατί του είπαν ότι ήθελαν έναν έμπειρο επιθετικό και δεν υπήρχε θέση για άλλον ξένο. Ετσι, δεν πήγα. Μετά πήγα στα Γιάννενα. Όταν μου το πρότειναν να πάω είπα: “Ρε πούστη που να πάω, είναι μακριά”. Εκεί ήταν ένας προπονητής που έβαζε την ομάδα μόνο να τρέχει. Εγώ ήμουν αθληταράς και τους γ@μούσ@ όλους. Εγινε ένα φιλικό για να με δουν. Εβαλα πέντε γκολ και στο δεύτερο ημίχρονο δεν έπαιξα τελικά. Στα Γιάννενα υπήρχε κι ένας δημοσιογράφος, Σακελλαρόπουλος νομίζω λεγόταν ο οποίος είχε εντυπωσιαστεί μαζί μου. Με έβλεπε στις προπονήσεις να κάνω κόλπα με τη μπάλα, να βάζω γκολ… Τέλος πάντων, δεν με πήραν. Γύρισα στην Αθήνα, ο Τόνι με πήγε στον Αλαμάνο στον Απόλλωνα Σμύρνης, ο οποίος είπε ότι δεν ενδιαφερόταν. Μετά με πήγε στον Χάρρυ Κλυνν για να πάω στην Καλαμαριά. Με είδε και μου λέει: “Είσαι ποδοσφαιριστής εσύ”; Μου είπε να πάω να δοκιμαστώ κι αυτός, αλλά δεν πήγα. Αφού όπου πήγαιναν μου έλεγαν ότι είμαι “μούφα”. Εγώ ήξερα όμως την αξία μου. “Δεν τους βλέπω, δεν με νοιάζει τι λένε. Απ’ αυτούς που βλέπω είμαι καλύτερος”, είπα στον Τόνι. Ετσι, του είπα: “Βρες μου ομάδα που να με θέλει αλλιώς πάω στην Ολλανδία”. Και τελικά πήγα στην Ολλανδία. Εκεί, τσακώθηκα άσχημα με τον πατέρα μου, γιατί του είχαν πει ότι εγώ τριγυρνούσα στα καμπαρέ και ήμουν τεμπέλης. Εγώ κάθε μέρα πήγαινα στο Καλλιμάρμαρο και στο Παλαιό Φάληρο και έτρεχα μόνος μου με 40 βαθμούς. Κι οι συμπατριώτες μου έλεγαν όλα αυτά…

Εσύ πως μπόρεσες να μείνεις πνευματικά δυνατός με όλα αυτά που είχαν γίνει;

Ήταν δύσκολα. Εγώ όμως στη ζωή είμαι πάντα αισιόδοξος και πιστεύω στην δικαιοσύνη. Ταυτόχρονα, έλεγα ότι δεν μπορώ να περιμένω μόνο το ποδόσφαιρο. Στην Ολλανδία μπορούσα να παίζω μπάλα και να δουλεύω ταυτόχρονα. Υπήρχε μια ομάδα στη Γ’ Εθνική που την είχε ένας συμπατριώτης μου και μου είχε πει να πάω να παίξω με καλά λεφτά και την ίδια ώρα θα δούλευα κιόλας. Ο Τόνι ήταν απογοητευμένος κι ο Νόνι Λίμα μου είχε πει ότι θα προσπαθούσε να με φέρει ξανά στην Ελλάδα. Πέρασαν 9 μήνες… Με φώναξε ο Τόνι και μου είπε ότι έχει ομάδα για να πάω. Εγώ τότε έκανα πολλά βάρη και είχα χάσει ταχύτητα, αλλά έκανα πολλή προπόνηση. Επαιζα και ερασιτεχνικά, δούλευα… Ήρθα, λοιπόν στην Ελλάδα και πάλι για ένα μήνα δεν είχα ομάδα. Συνέχιζα να κάνω πάλι μόνος μου προπονήσεις.

Εσύ όλο αυτό το διάστημα, που έμενες, πως περνούσες;

Ο Τόνι είχε ένα διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη και μου είχε δώσει και κάποια χρήματα ο πατέρας μου για να με βοηθήσει. Εγώ είχα φέρει χρήματα για 1-2 εβδομάδες το πολύ. Όμως, δεν είχα ομάδα. Ο Τόνι τότε μου είπε: “Φεύγω για δουλειά για έναν μήνα και θα γυρίσω, θα σε βοηθήσει ο Λίμα”. Του απάντησα: “Ρε μαλάκα, ο Λίμα έχει τη ζωή του εδώ, το σπίτι του, την οικογένειά του. Τί θα κάνω εγώ;”. Ήμουν τσαντισμένος αλλά δεν ήθελα και με τίποτα να γυρίσω στην Ολλανδία. Ο Τόνι είχε έναν ξάδερφο που ήταν κι αυτός στα καράβια. Είχε γυρίσει από ταξίδι… φορτωμένος με λεφτά. Ήταν 22 χρονών και ‘γω στα 19-20. “Μη στεναχωριέσαι ρε μαζί θα περάσουμε, θα πηγαίνουμε βόλτες”, μου είπε. Κι όντως. Πηγαίναμε βόλτες στον Πειραιά, τρώγαμε μαζί… Εν τω μεταξύ με βοήθησε ο Κλεόβουλος που ήταν προπονητής στον Αχαρναϊκό. Αυτή ήταν η βοήθεια που είχα. Εφευγα από τη Νέα Σμύρνη και ερχόμουν στις Αχαρνές. Με έβαζε βέβαια και σε κάτι φιλικά να παίζω. Εναν μήνα μετά γυρίζει ο Τόνι και είχαμε ένα φιλικό με τον Αχαρναϊκό.

Στο γήπεδο ήταν ένας δημοσιογράφος, ο Δημήτρης Κωνσταντάρας που έγραφε τότε στην Αθλητική Ηχώ. Ο Τόνι με τον Δημήτρη είχαν πολύ καλή σχέση. Ο Τόνι ήταν ίδιος με τον Τζέιμς Μπράουν. Τρομερή φωνή. Με πήγε σε κάτι μπουζούκια πίσω από τον Λαϊνόπουλο και τον άκουσα να τραγουδάει ελληνικά και ξένα. Τραγούδησε και το “Sex Machine” του Μπράουν. Εμεινα άφωνος, τρομερός τραγουδιστής! Ο Δημήτρης Κωνσταντάρας, λοιπόν, με είδε και πήγαμε σε ένα καφενείο με τον Τόνι. Αυτός μίλησε στον Εθνικό και κανόνισε να πάω εκεί. Πρόεδρος ήταν στην ομάδα ο συγχωρεμένος ο Μουρκάκος. Ενας γεράκος, καλός άνθρωπος.

Τα πρωταθλήματα έχουν τελειώσει και πάω να κάνω προπόνηση για τον Εθνικό, πίσω από το Καραϊσκάκη, σε ένα αχούρι. Πάω εκεί, ενώ ήμουν τσαντισμένος. Είχα αποφασίσει να πάω πίσω στην Ολλανδία. Να βρω μια δουλειά και να δουλεύω. Τελικά, έκανα προπόνηση με τον Εθνικό. Εκεί μου είπαν ότι θα γίνει ένα φιλικό για να με δουν. Στην προπόνηση έβαλα ένα γκολ, έκανα κάτι τακουνάκια αλλά περίμενα το φιλικό. Ήθελα να τους γ@μησW, να παίξω καλά. Πάω, λοιπόν, στο φιλικό με την τσαντούλα μου. Με βλέπει ο Μουρκάκος και μου λέει: “Δεν θα παίξεις”. Νευριάζω. Λέω: “Ρε πουSτH μου ούτε εδώ δεν με θέλουν; Δεν με είδαν καν”. Τελικά, ο πρόεδρος είπε στον Τόνι να πάω πίσω στην Ολλανδία για να φέρω την μπλε κάρτα μου. Επαθα πλάκα! Εκεί που δεν με ήθελαν καθόλου, ξαφνικά με ήθελαν και χωρίς να με δουν.

“Πήγαινε στην Ολλανδία και έλα να υπογράψεις”, μου είπε. Ετσι και έγινε. Πήγα στην Ολλανδία και γύρισα. Πριν υπογράψω όμως είχα πάει να δω ένα ματς ΑΕΚ-Απόλλων Καλαμαριάς. Μου λέει ο Τόνι: “Εκεί θέλω να παίξεις”. Του απαντάω: “Πού; Στην ΑΕΚ; Θα είμαι ο καλύτερος παίκτης της ομάδας άμα παίξω εκεί”. Μου λέει: “Να ρε μ@λ@κ@”. Το μόνο που ήθελα ήταν συμβόλαιο και έναν χρόνο προπόνηση.

Τελικά, πάω να υπογράψω στον Εθνικό, αλλά όπως έμαθα ο Μουρκάκος μιλούσε με έναν τερματοφύλακα, τον Κάραλιτς. Αν συμφωνούσαν δεν θα με έπαιρνε, όπως μου είπαν. Όμως δεν συμφώνησαν. Μπαίνω στο γραφείο, λοιπόν, με ρωτάει πόσο χρόνο θέλω να έχει το συμβόλαιό μου. Του είπα: “Εναν χρόνο γιατί του χρόνου θα είμαι σε μεγάλη ομάδα”. Γελούσαν μαζί μου, αλλά εγώ ήμουν σίγουρος 100% σίγουρος. Εκείνος τελικά μου πρότεινε τριετές συμβόλαιο. Συμφώνησα γιατί ήξερα πως αν μια ομάδα με ήθελε θα πλήρωνε για να με πάρει. Ούτε τα λεφτά με ένοιαζαν ούτε τα χρόνια. Ήθελα να παίξω και να με δουν. Τελικά υπέγραψα για τρία χρόνια, με 70.000 δραχμές το μήνα, ένα σπίτι πληρωμένο από τον Εθνικό και 3.000.000 δραχμές μπόνους. Δεν έδινα καμία σημασία στα λεφτά. Εγώ τους έλεγα ότι θα πάω ή στον Ολυμπιακό ή στην ΑΕΚ ή στον Παναθηναϊκό. Ήμουν 100% σιγουρος.

Στον Εθνικό γίνεται λοιπόν το πρώτο σου επαγγελματικό συμβόλαιο. Πώς θυμάσαι τις πρώτες σου εμπειρίες στο ελληνικό πρωτάθλημα;

Αφότου υπέγραψα έμαθα ότι πήραν προπονητή τον Πετρ Πάκερτ, ο οποίος είχε πάρει νταμπλ με τον Παναθηναϊκό, αλλά δεν τα βρήκαν για να ανανεώσουν και έτσι ήρθε στον Εθνικό. Ξεκινάμε προετοιμασία και δεν με έβαζε βασικό. Θυμάμαι ότι τρέχαμε γύρω γύρω. Οι περισσότεροι ήταν τεμπέληδες, έβαζαν τρεις φόρμες για να ιδρώσουν και να αδυνατίσουν. Εγώ πήγαινα πρώτος και έτρεχα και με φώναζαν “μαλάκα”. Γυμναστής ήταν ο Μπουρουτζίκας, στο τιμ του Πάκερτ ήταν κι ο Κλεόβουλος που με φώναζε “Μπεσίκτας”. Ήταν πλακατζής. Αντί για Μπατίστα με φώναζε Μπεσίκτας. Μετά η προετοιμασία συνεχίστηκε στη Βουλγαρία. Θυμάμαι ότι η ομάδα είχε και μια παικτάρα από το Ζαΐρ τον Ιλούνγκα. Σου έβγαζε 50άρα μπαλιά στα πόδια σου. Εγώ έτρεχα πολύ. Τσούξτος, Παπαδόπουλος, Γεωργάρας, Μίσσας, Κατσικογιάννη, Παπούλιας. Είχαμε καλή ομάδα για την Α’ Εθνική και υπήρχα και εγώ που δεν με ήξερε κανείς ως τότε.

Ρατσιστική συμπεριφορά αντιμετώπισες ποτέ; Ειδικά τότε τα χρόνια ήταν και πιο δύσκολα.

Οι συμπαίκτες μου μού έκαναν πλάκα. Τότε στην Ελλάδα δεν υπήρχαν μαύροι. Μια φορά μόνο άκουσα ένα παιδάκι να λέει: “Μαμά μαμά κοίτα ένας μαύρος”. Δεν με πείραζε, το παιδί δεν είχε δει, του έκανα εντύπωση. Μέσα στο παιχνίδι μου έλεγαν: “Αράπη θα σε γ@mHsW”. Το έλεγαν για να νευριάσω και να πάρω κόκκινη κάρτα. Να δώσω 2-3 μπουνιές και να με βγάλουν. Όμως, ήμουν έξυπνος, ήξερα τι έκανα. Όσο με έβριζαν τόσο τους γamoUsa με ντρίμπλες, τρέξιμο, μπουνιές μέσα στο ματς… Εγώ έκανα το παιχνίδι μου. Ο Πάκερτ έλεγε να δώσουν τη μπάλα στον Μπατίστα και έλεγαν: “Ποιος Μπατίστα”. Τσαντιζόμουν, ήμουν πολύ εγωιστής. Μετά είδαν ποιος είμαι. Στην προετοιμασία είχα σκοτώσει τον τερματοφύλακα δύο φορές. Ήμουν “ντουλάπα” από τα βάρη. Τον έστειλα δύο φορές στο νοσοκομείο. Ελεγαν όταν με έβλεπαν ότι είμαι μόνο κορμί και ότι δεν ξέρω μπάλα. Στο τελευταίο φιλικό με βάζει όμως βασικό. Βάζω δύο γκολ, τους περνούσα όλους, έδινα ασίστ… Ερχόμαστε στην Αθήνα και παίζουμε φιλικό με τον Απόλλωνα. Ήταν τραυματίας ο Τσούχτος ή ο Λύρης δεν θυμάμαι. Ετσι, έπρεπε να βάλει εμένα. Αυτό ήταν και το… λάθος που έκανε. Στην Αθήνα σε έβλεπαν όλοι. Μπαίνω να παίξω στο Καραϊσκάκη και βάζω τρία γκολ. Η μπλε κάρτα μου ακόμη δεν είχε έρθει. Οι εφημερίδες έγραφαν: “Πού τον βρήκαν”. Άλλοι έλεγαν ότι “με βρήκαν στα καράβια”. Εγώ δεν ήξερα, ο Λίμα μου τα έλεγε. Ο Λίμα με πήρε μετά και μου είπε ότι με θέλει ο Σταματελάτος στον Πανιώνιο.

Του είπα: “Ας δώσουν 100.000.000 δραχμές στον Εθνικό κι ας με πάρουν, εγώ τώρα έχω συμβόλαιο”. Δεν ήθελα να τους βλέπω μπροστά μου. Από εκείνη τη μέρα και με κομμένο το πόδι έπαιζα βασικός. Στον Εθνικό είχαν αγωνία για την μπλε κάρτα. Ήθελαν περίπου 1.000 δολάρια για να τη βγάλουν γρήγορα. Τελικά, πήγε ο πατέρας μου πλήρωσε και μου την έφεραν εδώ. Αν έλεγα ότι ήθελα 10.000 δολάρια για τη μπλε κάρτα, θα τα έδιναν. Είχαν περάσει 20 μέρες για το χαρτί και ρωτούσαν “πότε θα έρθει και πότε θα έρθει”. Πρώτο ματς στο πρωτάθλημα ήταν με τον ΠΑΟΚ στο Καραϊσκάκης. Τελικά, ήρθε η μπλε κάρτα… Ούτε τα εισιτήρια δεν πλήρωσε ο Εθνικός στον αδερφό μου. Από το πρώτο ματς κόντρα στον ΠΑΟΚ, άρχισαν να με βλέπουν οι “μεγάλοι”. Με ήθελε ο Γκμοχ στη Λάρισα, ο Γκέραρντ στον ΟΦΗ. Αυτοί με ήθελαν από την πρώτη στιγμή, τρελάθηκαν όταν με είδαν. Μετά νικήσαμε την ΑΕΚ με δικό μου γκολ Προπονητής της ΑΕΚ ήταν ο Αμπ Φαφιέ ο οποίος ήταν προπονητής μου στη Φέγενορντ. Μου έδωσε συγχαρητήρια, με θυμόταν.

Πιστεύεις ότι το γκολ σου με την ΑΕΚ, αργότερα σου έφερε τη μεταγραφή στην ΑΕΚ;

«Όχι. Το ματς που κατάλαβαν όλοι ότι είμαι πραγματικά ένας καλός παίκτης ήταν με τον Παναθηναϊκό, που νικήσαμε 3-6 στο ΟΑΚΑ και είχα βάλει εγώ 2 γκολ. Φοβερό ματς! Ο Κατσικογιάννης μου έλεγε: “Θα φάμε πέντε γκολ, παίξε καλά”. Μου έλεγαν “παίζει ο Ρότσα, ο Ζάετς, ο Σαραβάκος…”. Τους έλεγα: “Ε, και; Τους τρώμε όλους”. Και νικήσαμε 3-6. Ντρίμπλες, γκολ ασίστ, έπαιρνα τη μπάλα από το κέντρο και έφτανα μέχρι τη γραμμή της περιοχής. Ο κόσμος έβριζε τους παίκτες του Παναθηναϊκού. Την άλλη μέρα οι εφημερίδες κυκλοφόρησαν έχοντας το κεφάλι μου ολόκληρο πρωτοσέλιδο».

Όταν λοιπόν έβλεπες τον εαυτό σου στα πρωτοσέλιδα ξαφνικά άρχισες καθόλου να την «ψωνίζεις»;

Ήμουν μικρός, ήμουν μόνος μου στην Ελλάδα και αυτό ήταν το μπαμ. Αρχίζουν να παίρνουν τηλέφωνα οι δημοσιογράφοι, να μου μιλάνε στον δρόμο. Δεν είχα ποτέ κάποιον μέντορα να με καθοδηγεί. Εγώ μπορεί να έβαζα τρία γκολ με τον Παναθηναϊκό και να έβλεπα τον εαυτό μου στις εφημερίδες, αλλά καθόμουν σπίτι και σκεφτόμουν. Έλεγα μέσα μου «έβαλα τρία γκολ και στα επόμενα παιχνίδια θα με κλωτσάνε πολύ. Τι πρέπει να κάνω; Να κάνω πιο πολύ προπόνηση για να είμαι προετοιμασμένος». Όπου και να έπαιζα θα ήμουν στόχος, με κουτουλιές με κλωτσιές.

Ποιος ήταν ο αμυντικός που σου είχε φερθεί πιο αντιαθλητικά;

Ο Καλιτζάκης. Μου είχε ρίξει κλωτσιές πολλές. Νίντζα! Αλλά και στην επαρχία, στην Πάτρα, στις Σέρρες, στην Καλαμαριά, με γήπεδα λασπωμένα που πήγαινε το παιχνίδι στη δύναμη.

Έτρωγα πολλές κλωτσιές και μπουνιές, αλλά εγώ πήγαινα προετοιμασμένος. Ήμουν δυνατός, καλός στο ψηλό παιχνίδι. Έριχνα κι εγώ, μπάλα δεν παίζαμε πολλές φορές.

Ποιες μονομαχίες σου άρεσαν πιο πολύ;

Έπαιζαν όλο βρώμικα και εγώ ήθελα να παίζω με την μπάλα κάτω και τρελαινόμουν πολλές φορές γιατί δεν μπορούσα να παίξω έτσι επειδή με κλωτσάγανε. Αυτοί πέταγαν την μπάλα άουτ και είχαν κάνει τη δουλειά τους ή έρχονταν με τα δύο πόδια από πίσω και γύρναγα σπίτι με τα πόδια πρησμένα και έβαζα πάγο όλη την ώρα. Οι διαιτητές δεν σφύραγαν τίποτα τότε. Όλο κλωτσιές! Τα καλύτερα παιχνίδια τα παίζαμε σε Καραϊσκάκη, ΟΑΚΑ, Φιλαδέλφεια, Τούμπα.

Η Τούμπα ήταν η πιο δύσκολη έδρα;

Χαριλάου και Κρήτη. Πωωω! Ήταν κοντά οι εξέδρες στον αγωνιστικό χώρο και τα γήπεδα μικρά. Δεν μπορούσες να κινηθείς στην Κρήτη. Άμα το γήπεδο είχε άπλα ήταν καλύτερα για μένα. Τώρα στον Ιωνικό ή στην Προοδευτική, πωωω! Ξύλο, μόνο μπάλα δεν έπαιζες. Τι ήταν αυτά ρε φίλε!

Μπουζούκια, ποτά, τσιγάρα έχεις πει ότι δεν τα γούσταρες. Δεν έχεις πιει, δεν έχεις καπνίσει, δεν έχεις ξενυχτήσει ποτέ;

Ξενυχτούσα λίγο αλλά τo έκανα με μέτρο. Δεν μου άρεσαν πολύ τα μπουζούκια. Πήγαινα στα κλαμπάκια, στα μπαράκια για ένα ποτάκι το πολύ ως τις 02:00 και έφευγα.

Ξενυχτούσα  το καλοκαίρι όταν τελείωνε η σεζόν, μέσα στο πρωτάθλημα όχι.

Τι έκανες με τα πρώτα λεφτά που έβγαλες από το ποδόσφαιρο;

Βοηθούσα τα αδέρφια μου στην Ολλανδία, τη μάνα μου όσο μπορούσα. Δεν ήθελα το χαϊλίκι πολύ. Όταν πήγα στην ΑΕΚ μου έδωσε ο Γιδόπουλος αυτοκίνητο. Οδηγούσα για ένα χρόνο χωρίς δίπλωμα. Το δίπλωμα το έφτιαξα με τον Μελισσανίδη. Μου είπε «πήγαινε να βγάλεις ένα δίπλωμα για παπάκι και θα στο κάνω εγώ για αυτοκίνητο!».

Είσαι στον Εθνικό λοιπόν και μετά το παιχνίδι με τον Παναθηναϊκό έρχεται εκεί η ΑΕΚ;

Δεν ήρθε η ΑΕΚ μετά το παιχνίδι με τον Παναθηναϊκό. Μετά το 6-3 πήγα στο γραφείο του Βαρδινογιάννη αλλά δεν μου έκανε κάποια πρόταση. Μου είπε ότι ήμουν καλός παίκτης, ότι τους ενδιέφερα αλλά μόνο αν έμενα ελεύθερος. Τον Ιανουάριο του 1987 αυτό. Είμαι το πρώτο βιολί στον Εθνικό, αλλά δεν μου ερχόταν κάποια πρόταση. Είχα μιλήσει με τη Λάρισα, αλλά οι μεγάλες ομάδες άρχισαν να ενδιαφέρονται από το 1988 και μετά. Υπέγραψα όμως με τον Κοσκωτά στον Ολυμπιακό. Ο Ολυμπιακός είχε δώσει δύο τρεις παίκτες στον Εθνικό και έπρεπε να πάω στον Ολυμπιακό.

Αυτοί όμως έκαναν κάποια λάθη και δεν πήγα. Και έτσι πήγα στην ΑΕΚ μετά. Ο Κοσκωτάς μου είχε δώσει μια επιταγή και 10 εκατομμύρια δραχμές. Τα επέστρεψα όμως όλα γιατί τα ζητούσε η τράπεζα. Αυτό με βοήθησε να πάω ως ελεύθερος στην ΑΕΚ μετά. Η ΑΕΚ και ο Γιδόπουλος ενδιαφέρθηκαν πολύ για μένα. Ο Γιδόπουλος μου είχε πει «μόνο εσένα θέλω. Σε πιστεύω, είσαι ο καλύτερος παίκτης». Εγώ κολακεύτηκα από αυτό που μου είπε αλλά έλεγα μέσα μου ότι «θα πας εκεί που σε θέλουν πραγματικά». Η ΑΕΚ με ήθελε πραγματικά. Μίλησα με τον Μπάγεβιτς μετά, μου είπε πόσο με ήθελε στην ομάδα και πως να μην πάω μετά; Το θέμα είναι όμως ότι εγώ έπρεπε να πάω στον Ολυμπιακό με το συμβόλαιο που είχα υπογράψει. Τη μέρα που πήγα να υπογράψω λοιπόν τον Δεκέμβριο του 1988 περνάω από γιατρούς. Έλεγαν ότι έπρεπε να με δουν στη μέση, στα πόδια, ότι είμαι κουτσό άλογο. Είπα τότε στον Ρούσσο τον γιατρό: «Γιατρέ εγώ παίζω στο Καραϊσκάκη. Και ο Ολυμπιακός παίζει στο Καραϊσκάκη, πως γίνεται να λένε ότι έχω πρόβλημα. Κάθε Κυριακή παίζω εδώ και τους περνάω όλους. Πως γίνεται να είμαι κουτσό άλογο; Δίπλα είμαι για να έρθουν να με δουν. Τι μ@@@κίες μου λέτε;».

Ήθελαν να το κάνουν αυτό για να μην σου δώσουν το συμβόλαιο;

Δεν ξέρω. Τσαντίστηκα εγώ. Περίμεναν σε ένα γραφείο δικηγόροι, παράγοντες του Εθνικού. Δεν πήγα ποτέ. Με πήρε ο Γιδόπουλος, μου λέει «μην πας». Δεν πήγα.

Έτσι δεν πήγες στον Ολυμπιακό και κατέληξες στην ΑΕΚ;

Έτσι δεν πήγα, αλλά είχα έξι μήνες ακόμα. Μου είπε ο Γιδόπουλος ότι «σε θέλω στην ΑΕΚ, θα σε πάρω στην ΑΕΚ και θα σε πληρώσω από τώρα αν θες». Και έτσι υπέγραψα στην ΑΕΚ για το καλοκαίρι και έπαιζα στον Εθνικό για ένα εξάμηνο. Μου είπε «μην αγχώνεσαι εγώ είμαι εδώ». Και του λέω «προχωράμε». Ήρθε το καλοκαίρι, παίζει ο Εθνικός στο Καραϊσκάκη, χάνει και πέφτει κατηγορία. Τελευταίο παιχνίδι ήταν με τον ΟΦΗ. Ο Εθνικός κέρδιζε 2-1 και έχασε 3-4! Εγώ ήμουν τραυματίας. Και ένας φυσιοθεραπευτής του Εθνικού είπε σε οπαδούς ότι του είπα πως για να παίξω θα πρέπει να μου… γλύψουν τα αρ@@@ια. Και πέφτουν να με φάνε αυτοί. «Τι λέτε ρε», τους λέω, «πως να παίξω τραυματίας; Στο κάτω – κάτω κερδίζαμε 3-0». Τέλος πάντων, ο Εθνικός έπεσε κατηγορία. Άλλαξε ο νόμος όμως, και πήγανε στα μπαράζ. Μου λένε να υπογράψω καινούργιο συμβόλαιο. Τους είπα ότι τελείωσε ο Εθνικός για μένα ακόμα και να μου έδιναν 1 δισεκατομμύριο. Μου λένε διάφορα, με απειλούν και όταν φτάνει η ώρα του μπαράζ έρχεται ένας από τον Εθνικό και μου λέει: «Σε παρακαλώ, βοήθησέ μας και θα σε αφήσουμε να φύγεις». Εγώ του λέω «εντάξει». Άμα τους έλεγα «δώστε μου 5 εκατομμύρια», θα μου τα δίνανε. Παίζω, βάζω οκτώ γκολ σε έξι παιχνίδια, ο Εθνικός έμεινε στην κατηγορία και στο τέλος μου είπαν: «Δεν θα πας πουθενά, θα σε γαμ@@@με! Θα σε καταστρέψουμε!». Ο Ζουμπουλίδης ήταν πρόεδρος τότε. Τελικά έμεινα ελεύθερος και πήγα στην ΑΕΚ το 1989. Το θέμα ήταν να μην εμφανιστεί το δελτίο του Ολυμπιακού γιατί θα μπορούσα να τιμωρηθώ για ένα χρόνο. Μου λέει ο Γιδόπουλος: «Μόνο αυτό το πρόβλημα έχουμε. Αν εμφανιστεί το δελτίο του Ολυμπιακού, την κάτσαμε. Αλλά εγώ σου εγγυώμαι ότι θα σε πληρώνω για ένα χρόνο ακόμα και να μην παίζεις». Δεν εμφανίστηκε ποτέ όμως το δελτίο. Ο Γιδόπουλος τότε τα πήγαινε καλά με τον Παπανδρέου. Δεν ήταν λάθος που είχα υπογράψει σε δύο ομάδες. Εγώ ήταν να πάω στον Ολυμπιακό και είχα υπογράψει ένα συμβόλαιο που θα παρουσιαζόταν όμως μετά. Ο Κοσκωτάς όμως πήγε φυλακή και ανέλαβε τότε ο Σαλιαρέλης. Ο Σαλιαρέλης με ήθελε σαν τρελός στον Ολυμπιακό. Κι αυτός όμως πήγε φυλακή. Έστειλε λεφτά σε έναν άλλο πρόεδρο για να μου δώσει αυτός τα λεφτά και να πάω στον Ολυμπιακό. Αυτός μου έλεγε «θα στα δώσω μετά και τέτοια». Έτσι πήγα στην ΑΕΚ. Ήταν πολύ καλύτερα για μένα, γιατί ο Ολυμπιακός είχε προβλήματα τότε. Δεν υπήρχε όραμα, ήταν μια τραγική κατάσταση και δεν θα μπορούσες να αποδώσεις. Δεν υπήρχε πρόεδρος στην ουσία.

Πας λοιπόν στην ΑΕΚ με τον Ντούσαν Μπάγεβιτς. Για πες μας για Μπάγεβιτς…

Εκείνη την εποχή ήταν από τους καλύτερους προπονητές στην Ελλάδα. Ήταν λογικός σαν άνθρωπος, κάναμε καλή προπόνηση. Είχε πολύ τρέξιμο και είχαμε καλή ομάδα.

Ο Μπάγεβιτς είχε γνώσεις να φτιάξει την ομάδα. Πολλές φορές του έλεγα ότι δεν ήθελα να παίζω μπροστά και μου έλεγε «όχι, εγώ κάνω κουμάντο. Ο προπονητής θα λέει που θα παίζεις, όχι αυτό που λες εσύ». Και είχε δίκιο. Με είχε βάλει και πιο πίσω, αλλά είχε δει ότι δεν είχα καλές επιστροφές. Εγώ ήθελα να πηγαίνω για γκολ και να σπριντάρω μπροστά. Ήταν καλός στη δουλειά του ο Μπάγεβιτς. Αυστηρός μεν αλλά εντάξει. Αν έκανες λάθος σου εξηγούσε. Τα πήγαινα καλά με τον Μπάγεβιτς.

Ενώ έκανε δυνατή προπόνηση, ήταν υπερβολική. Ειδικά τις Παρασκευές που παίζαμε διπλό με τους αναπληρωματικούς κουραζόμασταν πάρα πολύ. Με συνέπεια να ξεκινάμε το ματς κουρασμένοι. Πολλή προπόνηση την Παρασκευή. Σε αυτό το κομμάτι τον βοήθησε πολύ ο Μπουρουτζίκας. Ειδικά στα ντέρμπι μας πέθαινε και δεν είχαμε δυνάμεις. Αν ήσουν κουρασμένος τότε, έλεγαν ότι ξενυχτάς και δεν κάνεις καλή ζωή.

Ναι. Πως να μην δεθείς; Ήταν η ομάδα που έπαιξα τα πιο πολλά χρόνια. Και όταν έφυγα από την ΑΕΚ δεν ήθελα να φύγω. Έφυγα γιατί δεν τήρησαν αυτά που είπαμε. Τη συμφωνία που είχαμε κάνει. Ήταν ο κύριος Γενεράκης. Το 1992. Είχαμε κατακτήσει το πρωτάθλημα τότε και θα μπορούσα να είχα κατακτήσει περισσότερα. Αισθανόμασταν την αδικία στο πετσί μας διαιτητικά. Η ΑΕΚ είχε την καλύτερη ομάδα και δεν μπορούσε να πάρει το πρωτάθλημα. Τα έπαιρνε ο Παναθηναϊκός μετά το 96′ ο Ολυμπιακός. Είχαμε συμφωνήσει σε ένα ποσό και τη μέρα που πήγα να υπογράψω μου λέει: «Ντανιέλ θα σε στενοχωρήσω, κάποιος δεν θέλει να σου δώσω αυτά τα λεφτά». Και του λέω: «Κύριε Γενεράκη ποιος είναι αυτός»; Τότε η ΑΕΚ ήταν μόνο ο Μπάγεβιτς. Και αυτός μου είπε μόνος του ότι θα έβαζε 10 εκατομμύρια ως μπόνους. Του είπα «Συγγνώμη, κύριε Γενεράκη, αλλά υπάρχουν ομάδες που μπορούν να μου δώσουν αυτά τα λεφτά». Ο Μελισσανίδης ακόμα δεν ήταν στην ΑΕΚ, αλλά μετά που ανέλαβε την ομάδα, εγώ είχα υπογράψει ήδη στον Ολυμπιακό. Αν με έπαιρνε τηλέφωνο πιο νωρίς δεν θα πήγαινα.

Έχοντας αυτή τη σχέση με την ΑΕΚ, δεν ήταν δύσκολο για σένα να υπογράψεις στον Ολυμπιακό;

Είναι θέμα εγωισμού σαν άνθρωπος. Με έθιξαν αυτά που μου είπαν. Δεν άξιζα δηλαδή αυτά τα λεφτά;

Αν γύρναγες τον χρόνο πίσω θα άλλαζες την απόφαση να υπογράψεις στον Ολυμπιακό;

Ναι δεν θα υπέγραφα. Γιατί τα λεφτά δεν είχαν μόνο σημασία στη ζωή. Εκεί που περνάς καλά, παίζεις καλύτερα. Και στην ΑΕΚ είχα βρει χημεία. Πήγα στον Ολυμπιακό πιστεύοντας ότι η ΑΕΚ θα πέρναγε δύσκολα χρόνια οικονομικά για να κοντράρει τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό. Έλεγα πως αφού δεν μου έδιναν χρήματα που ήμουν από τα πρώτα ονόματα στην ΑΕΚ, δεν θα μπορούσαν να αγοράσουν και παίκτες. Αλλά σκεφτόμουν πως «ενώ εγώ ζητάω κάτι και μπορείς να μου το δώσεις, γιατί δεν μου το δίνεις»; Το άξιζα. Από εμένα περίμεναν πολλά, γιατί δεν μου έδιναν αυτά τα λεφτά; Είχα ζητήσει τότε 100 εκατομμύρια για τρία χρόνια. Και τελικά μου έδιναν 70. Πίστευα ότι έπρεπε να αμειβόμουν όσο άξιζα. Αν πήγαινε ένας μάνατζερ να μιλήσει για μένα θα ζητούσε 200. Εγώ πήγαινα μόνος μου με έναν δικηγόρο τον Μπαταγιάννη.

Εκείνα τα χρόνια στην ΑΕΚ με ποιον ταίριαξες πιο πολύ, με ποιον κάνατε πλάκες;

Ήμουν πολύ κολλητός με τον Φρανκ Κλόπα τον Αμερικάνο. Ο Φρανκ για να παίζει ήθελε να μένει δίπλα μου. Στο Μαρούσι.

Εγώ τον βοήθησα και άρχισε να παίζει στην ΑΕΚ. Τον είχα από κοντά, ήμασταν συνέχεια μαζί. Πηγαίναμε στο ξενοδοχείο και έκανε ζογκλερικά με ένα πορτοκάλι! Θυμάμαι που είχαμε πάει στη Ρόδο να παίξουμε με τον Ολυμπιακό γιατί είχαν πέσει τα φώτα στη Φιλαδέλφεια. Ο Φρανκ στο παιχνίδι αυτό πήρε την μπάλα, μου έδωσε την πάσα, πέρασα τον τερματοφύλακα και έβαλα γκολ. Ήταν καλός παίκτης και καλό παιδί. Είχα καλές σχέσεις με όλους. Ο Βάιος ο Καραγιάννης επίσης. Τον είχα δει πρώτη φορά στην προπόνηση, ταλιμπάν! Δεν πέρναγε κανένας! Κλωτσιές, μπουνιές! Στην ΑΕΚ είχαμε πολύ ωραία αποδυτήρια. Ο Οκόνσκι επίσης, τρελοκομείο. Μέναμε κοντά και πηγαίναμε μαζί στην προπόνηση. Παικταράς! Τσιγάρα, μπουζούκια. Έχω πάει μαζί του μπουζούκια και έχω πάθει σοκ. «Πάμε στην Άντζελα Δημητρίου» μου είχε πει. Πάμε και κατέβαζε κάτι μπουκάλια ουίσκι, είχε σηκωθεί στην πίστα και χόρευε! Τρελοκομείο! Αλλά μέσα στο γήπεδο, καντάρια μπάλα! Τον φώναζαν, ο Μαραντόνα των Βαλκανίων! Μίλαγε στην μπάλα, έβαζε φάουλ από 50 μέτρα. Ο καλύτερος ξένος στη Γερμανία είχε βγει, δεν ήταν τυχαίο. Έπαιρνε την μπάλα στην προετοιμασία και έκανε γκελάκια χωρίς να πέφτει η μπάλα κάτω, έβαζε στοιχήματα.

Πες μας καμιά ιστορία με τον Μανωλά. Ισχύει ότι είχε πολύ άγχος πριν τα ματς;

Είχε άγχος ναι. Ο Μανωλάς όταν πήγα στην ΑΕΚ δεν μου μίλαγε καθόλου. Στην προετοιμασία έτρωγα κλωτσιές, σαν να με μισούσε. Κάναμε προετοιμασία, τους είχα τρελάνει όλους. Με έβαζε ο Μπάγεβιτς πίσω από τον σέντερ φορ τον Δημητριάδη. Είχα βάλει ένα σορό γκολ με μπαλάρα. Ο Μανωλάς όμως δεν μου μίλαγε καθόλου. Όταν γυρίσαμε Ελλάδα άρχισε να μου μιλάει και περνάει ένα εξάμηνο και μου λέει «πάμε να φάμε με τις γυναίκες μας». Του λέω: «Ρε Στέλιο, τότε με κοίταζες στραβά, μου έριχνες κλωτσιές. Είχες κάτι μαζί μου»;

Μου λέει: «Δεν σε ήθελα καθόλου. Φαινόταν λες και το έπαιζες φίρμα. Έλεγαν ότι ξενύχταγες και νόμιζα ότι ήσουν χαβαλές. Αλλά σε είδα ότι ήσουν δυνατός και γρήγορος στην προπόνηση». Του είπα: «Καλά ρε μ@@@κα, εσύ διάβαζες τις μα@@@ίες που γράφουν οι εφημερίδες; Που ξενυχτάω; Πάω να πιω κανένα ποτό καμιά φορά, μιλάω με κανά κορίτσι και πάω σπίτι. Ξυπνάω 7 το πρωί και πάω για προπόνηση. Άσε να γράφουν οι εφημερίδες, εγώ θέλω να είμαι την Κυριακή δυνατός και να τους νικάω όλους»!

Στη Νέα Φιλαδέλφεια με τη Σκεπαστή, άλλη φάση έτσι;

Απαπαπαπα! Έδινε μεγάλη δύναμη ο κόσμος.

Ποιο ντέρμπι σου έμεινε στο μυαλό σου ως παίκτης της ΑΕΚ;

Όταν κερδίζαμε τον Ολυμπιακό. Ειδικά το 1-3 στο ΟΑΚΑ για τα ημιτελικά του Κυπέλλου.

Το 1996 που είχαμε την ομαδάρα μόλις είχα γυρίσει στην ΑΕΚ. Είναι και θέμα εγωισμού πάλι. Είχαν πάει να με βγάλουν άχρηστο στον Ολυμπιακό και τσαντίστηκα. Είχαν πάρει τον Ίβιτς, τον Γιουσκόβιακ, τον Γεκινί, τον Αλεξανδρή. Έλεγα «εγώ είμαι ο τελευταίος του χωριού; Θα δείτε». Δεν ήμουν ένας παίκτης της πλάκας. Ήμουν βασικός στον Ολυμπιακό. Ήθελα να αποδείξω γιατί ο Λίμπρεχτς που ήταν προπονητής, παρότι είχα πρόβλημα, έπαιξα πολύ μαζί του και έμαθα πολλά. Ήταν ο τρόπος του και πως λειτουργούσε. Σαν προπονητής όμως ήταν από τους καλύτερους, ακόμα καλύτερη προπόνηση και από τον Μπάγεβιτς με ένταση. Έμαθα πολλά πράγματα. Του είχα πει: «Δεν με θες, αλλά εγώ θα παίξω, δεν θα με αφήσεις στον πάγκο». Θα μπορούσα και να μη φύγω από τον Ολυμπιακό, αλλά μου είχε πει: «Την πρώτη δεν έπαιξες καλά, τη δεύτερη κάπως καλύτερα, την τρίτη καλά, θα πάρεις αυτά τα λεφτά». Του λέω «τι λες ρε, εσύ είσαι μάνατζερ και μου λες τι λεφτά θα πάρω;». Μου λέει ο Λούβαρης: «Πόσα λεφτά θέλεις;». Του λέω τόσα. Μου λέει: «Ντανιέλ δεν μπορώ τόσα, αυτή είναι η προσφορά. Αν θέλεις μένεις, αλλιώς…». Περίπου το ίδιο τότε με τον Γενεράκη. Ο Κόκκαλης ήταν στον Ολυμπιακό αλλά είχε βάλει αυτόν μπροστά. Του λέω: «Κύριε Λούβαρη δεν πειράζει, δεν χρειάζεται να το συζητήσουμε». Και έφυγα ελεύθερος.

Πως πέρασες στον Ολυμπιακό;

Σε μια ομάδα δεν είναι μόνο θέμα παικτών. Το μεγαλύτερο θέμα για να παίζεις καλό ποδόσφαιρο και να έχει καλό κλίμα στα αποδυτήρια είναι ο προπονητής. Αυτός είναι ο αρχηγός που δίνει κατευθύνσεις. Αν δεν μπορεί δεν κάνει. Γιατί με τον Μπάγεβιτς είχαμε καλό κλίμα; Γιατί έκανε κουμάντο. Εγώ ήμουν τίμιος και πειθαρχημένος, αλλά δεν ήταν όλοι έτσι. Κάποιους έπρεπε να τους διώξεις ή να τους έχεις σούζα. Ο καθένας έκανε ό,τι ήθελε στον Ολυμπιακό, υπήρχε διχόνοια στην ομάδα, υπήρχε ζήλια, κακία, αν έχανες ήθελες να ανοίξει η γη να σε καταπιεί. Και αν κέρδιζες ήταν μια ανακούφιση και την επόμενη Κυριακή ξανά στο άγχος. Δεν ήσουν ήρεμος για να παίξεις μπάλα. Και με τον Μπλαχίν μετά δεν διαχειριζόταν το σύστημα. Αισθανόμασταν πίεση, ήμασταν καλοί παίκτες, μαζευόμασταν όλοι και λέγαμε ότι έπρεπε να παίξουμε γιατί θα μας γαμ@@@@ οι φίλαθλοι. Μεταξύ μας αποκτούσαμε δύναμη στα ντέρμπι, αλλά μετά παίζαμε με την Προοδευτική, φέρναμε ισοπαλία, πάλι γκρίνια. Ο προπονητής άλλαζε παίκτες, μια ο ένας μέσα, μια έξω και υπήρχε γκρίνια. Όλα τα χρόνια στον Ολυμπιακό έτσι ήταν. Έφυγε ο Μπλαχίν, ήρθε ο Πέτροβιτς. Καλός προπονητής αλλά χαμηλό προφίλ σαν άνθρωπος. Ήρθε ο Γεωργιάδης, ο καλύτερος Έλληνας προπονητής που είχα ποτέ. Τον είχα και στον Εθνικό και ήταν καλός άνθρωπος. Με θεωρούσε ανώτερο από όλους, μου έλεγε ότι δεν έβλεπα κανέναν. Έλεγε «σαν τον Μπατίστα δεν υπάρχει κανείς». Μετά ήρθε νομίζω ο Πολυχρονίου. Καλός άνθρωπος, αλλά όχι τόσο καλός ως προπονητής. Έμενα εκτός 18άδας. Έλεγα «τι κάνεις σε αυτή την ομάδα». Είχα χαλαστεί πολύ όταν πήγαινα στην προπόνηση. Με χάλαγε το κλίμα. Μετά έμπλεξα με τον Λίμπρεχτς, δεν με ήθελε και πολύ. Είχαμε τσακωθεί. Είχε γίνει χοντρό σκηνικό. Με άφηνε εκτός και μου έλεγε ότι έπαιρνα πολλά λεφτά και δεν δούλευα. Του είπα να μου δώσει άδεια να δω την οικογένειά μου στην Ολλανδία και να επιστρέψω με ήρεμο κεφάλι. Δεν με άφησε. Και του είπα κατάμουτρα: «Αϊ γ@@@@»! Παίρνω μια μέρα την μπάλα στην προπόνηση και δεν την έδινα σε κανένα. Έκανα ντρίμπλες συνέχεια.

Τρελάθηκε. Με έδιωξε σπίτι. Του είπα «με γεια και χαρά». Έφυγα για το σπίτι. Παίζαμε με τον Παναθηναϊκό για το Κύπελλο. Είχαμε κερδίσει 1-2 στο ΟΑΚΑ. Έπρεπε να χάσουμε 3-2 για να αποκλειστούμε. Ήμουν με τον Γκώνια και παίζαμε τένις στη Γλυφάδα και του έλεγα ότι ευχόμουν να χάσουμε. Χάνει ο Αλεξανδρής πέναλτι στο 2-2 και το τρώει ο Ολυμπιακός στο 92′ γίνεται 2-3 και χάνει την πρόκριση. Είμαι στη Γλυφάδα με παίρνει ένας τηλέφωνο μου λέει το σκορ και λέω στον Τάκη. «Τάκη την Κυριακή είμαι βασικός»! Την Κυριακή ο Αλεξανδρής δηλώνει τραυματίας, ο Ίβιτς το ίδιο και παίζαμε με τον ΟΦΗ. Λέω τώρα θα γα@@@@@ τον Λίμπρεχτς. Έχω κάνει προπόνηση, είμαι προετοιμασμένος. Μου λέει ο Καραταΐδης: «Ντανιέλ, αν δεν κερδίσουμε θα μας γαμ@@@@ οι οπαδοί». Του λέω «τι άγχος έχεις να παίξεις με τον ΟΦΗ ρε μ@@@@». Πάμε στο Καραϊσκάκη βάζω δύο γκολ. Παίζουμε στη Νέα Σμύρνη με τον Πανιώνιο, βάζω γκολ, ξανά με την Καβάλα το ίδιο. Του έλεγα «έλα ρε Κούλη, μην έχεις άγχος. Θα σε βγάλω στο ΟΥΕΦΑ και θα φύγω μετά να παίζετε εσείς»!

Για πες μας για τα σκηνικά στο Ρέντη με τους οπαδούς εκείνη την εποχή…

Παίζουμε με Εδεσσαϊκό και φέρνουμε ισοπαλία. Πάμε στην προπόνηση και είναι οι φίλαθλοι στα κάγκελα. 5000 κόσμος. «Να πάτε να γαμ@@@@, δεν αξίζετε να παίζετε στον Ολυμπιακό». Μπαίνουν μέσα στο γήπεδο, έβριζαν μας κυνηγούσαν. Λέω σε έναν: «Ρε παιδιά, ένα παιχνίδι ήταν, τι να κάνουμε». Μου είπαν: «Μπατίστα εσύ το γλιτώνεις για φέτος, αλλά του χρόνου αν είσαι εδώ θα την πληρώσεις και εσύ». Μια χρονιά πριν έρθω εγώ είχε μπουκάρει ένας με πατερίτσες και κυνήγαγε. Άλλη φορά πέταγαν κάτι αυγά.

Πες μας για Αλέφαντο καμιά ιστορία…

Εμένα με πήγαινε. Είχε τρέλα και με τον Χατζίδη. Ήμασταν στη Λάρισα, παίζουμε εκεί. Στο προηγούμενο παιχνίδι είχαμε φέρει 0-0 με τον Απόλλωνα, είχα ευκαιρίες και δοκάρι. Μου λέει «την Κυριακή ήσουν ο χειρότερος παίκτης, δεν μπορούσες να βάλεις ένα γκολ, έκανες όλο μαλ@@@ίες». «Εγώ ρε κυρ Νίκο; Τι λες; Εγώ και ο Καραπιάλης παίζαμε, οι καλύτεροι ήμασταν. Είχα δοκάρι, ατυχία, είχα ευκαιρίες». «Μη μου μιλάς εμένα έτσι. Θα σε διώξω από τον Ολυμπιακό», μου λέει. «Ε, διώξε με», του λέω. Φεύγω, πάω στο δωμάτιο. Ξαφνικά μετά από μισή ώρα παίζαμε με τον Μηνά. Χτυπάει την πόρτα, ο Αλέφαντος. «Ελάτε μέσα», λέει. «Μηνά όλα καλά; Μπατίστα θες να παίξεις»; «Ότι θες μίστερ, αν θες με βάζεις, αν θες όχι». Επειδή του πήγα κόντρα, λέω δεν θα με βάλει. Παίζω τελικά με τον Κρίστενσεν, βάζω ένα γκολ και είμαστε 0-2, και ερχόμαστε στο τέλος 2-2. «Παικταρά μου» μου λέει μετά το ματς «είδες, η κόντρα μας βγήκε σε καλό»! Ο Αλέφαντος είχε θέμα με τον Γκώνια. Δεν τον έβαζε με τίποτα. Ήμασταν καλά φιλαράκια με τον Τάκη. Όταν ήρθε στον Ολυμπιακό ο Τάκης, εμένα μου άρεσε να βοηθάω τα παιδιά να εγκλιματιστούν και να έχουν αυτοπεποίθηση. Άλλοι δεν ήταν έτσι γιατί πίστευαν ότι θα τους φάνε τη θέση. Εγώ δεν είχα πρόβλημα με κανένα. Στην ΑΕΚ μια φορά μου είχε πει ο συγχωρεμένος ο Τροχανάς τι παίκτες να πάρει στην ΑΕΚ. Του είχα πει να πάρει ένα σέντερ φορ της Λάρισας, πολύ καλό. Του είχα πει να τον πάρει γιατί έβαζε γκολ, ήταν πολύ γρήγορος. Του είχα πει να πάρει τον Ζήκο από την Ξάνθη.

Ο καλύτερος συμπαίκτης που είχες στον Ολυμπιακό;

Κοίτα, για μένα ο Γκώνιας ήταν πολύ μεγάλο ταλέντο. Για μεγάλο παικταρά μιλάμε. Όταν πήγε ο Γκώνιας στον Ολυμπιακό, όλοι οι παίκτες συζήτησαν τι παικτάρα είναι αυτός ο πιτσιρικάς. Τον ριμάξανε στις κλωτσιές, τραυματίστηκε στην προετοιμασία όταν θα έπαιζε βασικός. Με τον Πέτροβιτς τότε στα Τρία Πέντε Πηγάδια. Τον καταστρέψανε στην Ελλάδα τον Γκώνια, θα μπορούσε να παίξει μεγάλη μπάλα. Στην Ελλάδα ο παίκτης δεν εξελίσσεται. Ήταν και λίγο χαβαλές ο Τάκης. Του έλεγα να κάνει καμιά έξτρα προπόνηση και αυτός μου έλεγε: «Ντάνιελ η ζωή δεν είναι μόνο μπάλα». Όταν έφτασε 30 ήταν πλέον αργά και το έλεγε και μόνος του. Είχε έξυπνες μεταβιβάσεις, κάθετες πάσες, ήταν δυνατός, έτρεχε. Δεν έβλεπε και αυτός πολύ επαγγελματικά το ζήτημα. Έπρεπε να είσαι και πειθαρχημένος και γι’ αυτό έδωσε λίγα στο ποδόσφαιρο.

Με Καραπιάλη, Προτάσοφ, Κρίστενσεν;

Ο Κρίστενσεν ήταν πολύ μεγάλος παίκτης και καλό παιδί. Τον φάγανε άδικα. Γρήγορος παίκτης, καλό σέντερ φορ. Μαλώσανε με τον Αλέφαντο σε ένα ματς στη Δράμα και τον έφαγε. Ο Προτάσοφ ήταν σοβαρό παιδί και καλός παίκτης. Ο Καραπιάλης ξέρουμε ποιος ήταν. Δεν πρόλαβα τον Τζόρτζεβιτς και τον Γιαννακόπουλο, ο Τζόρτζεβιτς ήταν μεγάλος παικταράς.

Εσύ όταν πλέον ήταν σίγουρο ότι θα έφευγες από τον Ολυμπιακό είχες ήδη αποφασίσει να γυρίσεις στην ΑΕΚ;

Όχι. Πίστευα ότι δεν θα με θέλουν ποτέ ξανά στην ΑΕΚ επειδή είχα πάει στον Ολυμπιακό. Ο Τροχανάς είχε αναλάβει από τον Μελισσανίδη τότε.

Ο Μελισσανίδης όταν ήσουν στον Ολυμπιακό είχε κάνει κάποια κίνηση να σε πάρει στην ΑΕΚ;

Ναι με είχε πάρει τηλέφωνο. Αλλά είχα συμβόλαιο. Ήθελε να γυρίσω στην ΑΕΚ τότε που έπαιζε στο Champions League και εγώ ήθελα αλλά δεν μπορούσα να φύγω. Θα έπρεπε να γίνει μεταγραφή. Μου είχε πει: «Μάλωσε με τον Αλέφαντο θα σε διώξει αυτός». Και τότε έγινε εκείνο το σκηνικό στη Λάρισα!

Δεν είχα μαλώσει επίτηδες όμως. Δεν με έδιωχνε με τίποτα. Πιο πολύ με ήθελε μετά. Άλλους τους έδιωχνε. Οπότε δεν γινόταν να γίνει η μεταγραφή από τον Ολυμπιακό στην ΑΕΚ. Με είχε πάρει δυο τρεις φορές τηλέφωνο ο Μελισσανίδης, αλλά δεν μπορούσα. Τι να έκανα, να τα έβαζα με τον Κόκκαλη; Ήταν πολύ δύσκολο να γίνει έτσι κι αλλιώς η μεταγραφή στην Ελλάδα. Εγώ πίστευα αν έκανε πρόταση ότι μπορεί και να με έδιναν αν τα έβρισκαν στα χρήματα. Αλλά τέλος πάντων δεν γινόταν.

Πως σε υποδέχθηκαν στην ΑΕΚ;

«Δεν πίστευα ότι θα γύρναγα στην ΑΕΚ. Έπαιζα στην Εθνική Ελλάδας. Ο Ολυμπιακός είχε κάνει κίνηση να πάρω την υπηκοότητα για να μην πιάνω θέση ξένου. Έμαθαν ότι δεν τα είχα βρει με τον Ολυμπιακό και τότε παίζαμε στη Φινλανδία του Λιτμάνεν. Είμαι εκεί και μου λέει ο Αποστολάκης: «Έχω μιλήσει με τον Καπετάνιο για να έρθεις στον Παναθηναϊκό». Του λέω: «Εγώ είμαι ελεύθερος, αν μου γίνει πρόταση θα το συζητήσω». Καλοκαίρι 95′ αυτό. Σκεφτόμουν να πάω στο Βέλγιο, ήταν ένας προπονητής ο Χάουαρντ στην Μπριζ. Αυτός με ήθελε πάντα. Έλεγα όμως λόγω ηλικίας, που να πάω. Ξαφνικά με παίρνει τηλέφωνο ο Τροχανάς. Μου λέει: «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Ο πρόεδρος της ΑΕΚ, Δημήτρης Τροχανάς».

«Έλα ρε πρόεδρε, τι γίνεται», του λέω. «Σε θέλω στην ΑΕΚ», μου λέει. «Εμένα»; του λέω. «Δεν είμαι στην Ελλάδα, είμαι με την Εθνική στη Φινλανδία». «Το ξέρω. Μόλις γυρίσεις έλα να υπογράψεις», μου λέει. «Κάτσε ρε πρόεδρε, κι αν δεν με θέλει ο Μπάγεβιτς»; «Εγώ μιλάω», μου λέει. «Όχι, αν δεν μιλήσω με τον Μπάγεβιτς να μου πει ότι με θέλει στην ΑΕΚ, δεν έρχομαι», του λέω. Γιατί μπορεί να πήγαινα και να μην με ήθελε ο Μπάγεβιτς και να μου έκανε καψόνια γιατί είχα φύγει. Ήρθα στην Ελλάδα και πριν πάω να μιλήσω με τον Τροχανά με πήρε τηλέφωνο ένας κολλητός του Μπάγεβιτς και μου είπε ότι ο μίστερ με θέλει. Πάω στο σπίτι του Μπάγεβιτς και μου λέει: «Κοίτα να δεις, Ντανιέλ εγώ σε θέλω. Είχαμε παρεξηγηθεί, ό,τι έγινε έγινε. Ήθελα να μιλήσουμε να σου πω ότι σε θέλω στην ομάδα». Του λέω: «Κι εγώ μίστερ ήθελα να μιλήσουμε για να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα. Γιατί αν δεν με ήθελες στην ΑΕΚ δεν θα ερχόμουν, να έχουμε προβλήματα και να με κοιτάς με μισό μάτι». Πάω λοιπόν στον Τροχανά και τα βρίσκουμε. Έμαθα όμως μετά βέβαια εγώ ότι ο Μπάγεβιτς είχε ρωτήσει τον Ραβούση για να με πάρουν. Και του είχε πει: «Με κλειστά τα μάτια, τώρα, μην τον πάρει άλλη ομάδα». Και έτσι ήρθα στην ΑΕΚ. Ταυτόχρονα και ο Μανωλάς είχε πει στον Τροχανά να με πάρει. Βέβαια υπήρχε ενδοιασμός. Στην αρχή με υποδέχθηκαν ούτε ζέστη ούτε κρύο. Δεν με έβριζαν ποτέ όμως. Θυμάμαι ήμασταν στην προετοιμασία και ήμουν πύραυλος. Ο Μπάγεβιτς είχε αρχίσει να μοντάρει την ομάδα. Είχαμε παίξει με Λεβερκούζεν, την είχαμε νικήσει. Τους κερδίζαμε όλους, χανόταν η μπάλα. Εγώ έβαζα γκολ συνέχεια. Μετά παίζαμε πρώτο παιχνίδι σε ένα φιλικό με την Παρτιζάν στη Φιλαδέλφεια. Μου λέει: «Ό,τι και να γίνει αύριο εγώ θα σε στηρίξω». Του λέω: «Μίστερ, να σου πω κάτι. Δεν φοβάμαι κανέναν. Ακόμα και αν με βρίζουν, μετά θα βαράνε παλαμάκια. Όλα εξαρτώνται από μένα. Αν είμαι μαλ@@@ας και δεν παίζω καλά θα με βρίζουν. Αν παίζω καλά δεν θα με βρίζουν». Εγώ ήμουν σίγουρος με τον εαυτό μου ότι θα τους έπαιρνα τα σώβρακα! Πολλοί ήταν λίγο διστακτικοί. Ακόμα και ο Γενεράκης είχε δηλώσει «ο Μπατίστα να μην έρθει στην ΑΕΚ, δεν τον θέλουμε». Και στο πρώτο παιχνίδι τότε, ήρθε και με φίλησε. «Εγώ θα είμαι ο καλύτερος παίκτης σε κάθε παιχνίδι, μην αγχώνεσαι», του είπα. Και στο παιχνίδι με τον Ολυμπιακό γύρισε όλος ο κόσμος μετά. Εκεί τους πήρα τα σώβρακα. Εκεί άρχισαν να τραγουδάνε το τραγούδι «έκανες το στάδιο μπουρδ@@@, ρε Νταντιέλο». Στο 3-1 στο ΟΑΚΑ για το Κύπελλο».

Τη σεζόν 95-96 η ΑΕΚ έχει παίξει καλύτερο ποδόσφαιρο και από τις χρονιές που πήρε το πρωτάθλημα, έτσι;

Ήταν περίπου τρία με τέσσερα χρόνια αυτό το σκηνικό της ΑΕΚ με πολύ καλή μπάλα. Αλλά τη σεζόν 95-96 μιλάμε για πολύ μεγάλη μπάλα. Όπου και να παίζαμε τους βάζαμε μέσα σε τρία λεπτά, τρία γκολ. Κλαίγανε και λέγανε, πως παίζουμε έτσι, να μην τους βάλουμε άλλο γκολ. Και ειδικά μέσα στη Φιλαδέλφεια. Ξέρανε οι ομάδες ότι εκεί θα έχαναν. Μέσα σε 20 λεπτά κάναμε δέκα ευκαιρίες για πλάκα. Μιλάμε για μπαλάρα! Ο Μπάγεβιτς την ομάδα την έχτιζε, αλλά του έλειπε κάτι. Το κάτι το άλλαξαν δύο παίκτες. Ο Μπατίστα και ο Μπορμπόκης. Όταν έλειπα εγώ έπαιζε μπροστά ο Σαραβάκος, ο Δημητριάδης. Τρέχανε πολύ τότε. Όταν ήρθα εγώ κράταγα μπάλα και πάσαρα με ακρίβεια κατευθείαν. Μου έλεγε ο Κασάπης: «Α, ρε Μπάτι, ήρθες και ξεκουραστήκαμε»! Εγώ δεν έχανα την μπάλα με τίποτα. Ο Μπορμπόκης έλεγε: «Τράπεζα ο Μπατίστα, δώστε του την μπάλα». Ήθελε μυαλό να παίξεις έτσι δεν ήταν εύκολο.

Για πες και για εκείνο το ματς με τον Ολυμπιακό όταν γύρισες στην ΑΕΚ…

Αυτό το παιχνίδι το περίμενα πως και πως. Δες πως είχα πανηγυρίσει, δεν είχα ξαναπανηγυρίσει ποτέ έτσι. Ήταν ένας φίλος μου σαν μάνατζερ. Μάκης Μίχας. Βρίσκει τον Σαλονίκη και κάτι παράγοντες του Ολυμπιακού στο Κολωνάκι. Ολυμπιακός είναι. Τον ειρωνεύονταν αυτοί. «Τι θα κάνει ο δικός σου σήμερα; Θα φάνε τρία μπαλάκια». Με παίρνει τηλέφωνο, μου τα λέει. «Μέσα στο γήπεδο θα είμαι παρών και θα δούμε ποιος είναι πιο μάγκας», του είπα. Αυτοί νόμιζαν ότι είχα τελειώσει. Ήθελα να τους δείξω τι είχαν και τι έχασαν.

Όταν γύρισες στην ΑΕΚ ήσουν και στο περίφημο παιχνίδι της επιστροφής Μπάγεβιτς ως αντίπαλος πλέον στη Φιλαδέλφεια…

«Ωωωωωω! Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα. Έχει αναβληθεί λόγω πολλής βροχής. Αυτό ήταν σαν τιμωρία για τον Μπάγεβιτς. Εμείς γελάγαμε».

Νιώθατε και εσείς οι παίκτες, αυτό που ένιωθαν οι φίλοι της ΑΕΚ, ότι ο Μπάγεβιτς τους πρόδωσε;

Εγώ όχι δεν το έβλεπα έτσι. Εμείς οι παίκτες δεν έχουμε τη σχέση που έχει ο φίλαθλος με τους παίκτες. Ο φίλαθλος αγαπάει την ομάδα και δένεται με πρόσωπα. Γι αυτό σε βρίζουν. Αλλά μέχρι εκεί.

Ο Μπάγεβιτς έφυγε όμως με διαφορετικό τρόπο από ότι είχα φύγει εγώ. Τους είχε πει ότι δεν θα έφευγε αν πάρουμε το Κύπελλο. Έφυγε σαν να τους κορόιδευε. Οι ΑΕΚτζήδες τον είχαν σαν Θεό τον Μπάγεβιτς. Εκεί ο Μπάγεβιτς έχασε τον σεβασμό όλων. Εκείνη τη μέρα λοιπόν εγώ γέλαγα. Έπρεπε να φάνε δέκα γκολ. Χάσαμε πολλές ευκαιρίες. Οι φίλαθλοι, στο λέω και ανατριχιάζω, είχαν έρθει στο ξενοδοχείο και μας έδιναν μια δύναμη που δεν περιγράφεται. Εγώ ήμουν συγκεντρωμένος στο παιχνίδι και το μόνο που έβλεπα ήταν πως θα νικήσουμε. Έπρεπε να είχαν χάσει από τα αποδυτήρια. Παίζαμε διαολισμένα, ταλιμπάν, τάκλιν στην καροτίδα. Ένα μίσος που μετέφερε ο κόσμος. Δεν θα πέρναγαν από εκεί. Δεν υπήρχε αυτό. Είχαμε πολύ καλή ομάδα και παρότι είχαμε κόντρα διαιτησία, δεν μας νικούσαν. Ο Μπάγεβιτς δεν μπορούσε απέναντί μας γιατί είχαμε καλή ομάδα.

Για πες μας και για το άλλο περίφημο ματς με τον Ολυμπιακό στο ΟΑΚΑ, με το διπλό με το γκολ του Νικολαΐδη…

Ο Ντουμιτρίου δεν με έβαζε καθόλου, δεν με γούσταρε. Πάει και ρωτάει τον Βαμβακά και τον Πανταζή. Ο Νικολαΐδης ήταν τραυματίας. Δεν ήξερε ποιον να βάλει. Του λένε λοιπόν. «Τον Μπατίστα γιατί δεν τον βάζεις»; Και τους λέει «έλα με τον Μπατίστα»… Στο ξενοδοχείο μας μίλαγε πριν το παιχνίδι και εγώ κοίταζα αλλού. Κάποια στιγμή ακούω «Μπατίστα». Και λέω «τι»; Στο τέλος δεν μπορούσε χωρίς εμένα. Είχα πάθει χιαστό μαζί του και στο τέλος ερχόταν συνέχεια να με βλέπει. Κάποιος παράγοντας θα του είχε πει, κάποιος δεν θα με γούσταρε και δεν με έβαζε. «Στην ΑΕΚ δεν δέχομαι να κάθομαι στον πάγκο», του είχα πει εγώ.

Με Ντέμη όμως είχες καλή σχέση έτσι;

Ναι, καλή σχέση. Στο τέλος χάλασε λίγο γιατί μίλαγε άσχημα στους παίκτες. Δεν μου άρεσε. Του είχα πει «γιατί βρίζεις τους παίκτες»; Τον Γκρέταρσον όταν δεν έδινε την μπάλα ας πούμε. Εκεί πικραθήκαμε λιγάκι. Αλλά είχαμε καλές σχέσεις. Ήμασταν μαζί στο δωμάτιο. Το είχε ζητήσει ο ίδιος και μου έλεγε: «Σε είχα ίνδαλμα».

Του έλεγα: «Μην καπνίζεις στο δωμάτιο, αν θες να καπνίσεις, έξω». Ήμασταν στην προετοιμασία και πήγαινε στην τουαλέτα να καπνίσει. Του έλεγα: «Τι είναι αυτά ρε, καπνίζεις στο δωμάτιο»; Και μου έλεγε: «Ρε Ντανιέλ από τις τουαλέτες σου μυρίζει εδώ»; «Δύο μέτρα είναι ρε», του έλεγα, «μην ξανακαπνίσεις εδώ, αλλιώς πάρε δρόμο».

Θυμάσαι καμία ωραία πλάκα από τα αποδυτήρια της ΑΕΚ;

Η ΑΕΚ είχε πολύ καλό κλίμα από την πρώτη στιγμή που πήγα. Είχε πολύ καλά παιδιά και παικταράδες. Ο Μανωλάς ήταν “σημαία”, στην προπόνηση ήταν πάντα μπροστά, δεν ήταν τεμπέλης. Δουλεύαμε σοβαρά, στα αποδυτήρια καλό κλίμα. Δεν υπήρχαν ζήλιες. Η πρώτη τριετία μου ήταν πιο ωραία. Ήταν ο Κωνσταντινίδης. Τον βάζαμε να βγάζει λόγο κι όταν ο “κουμπάρος” έλεγε διάφορα για να γελάσουμε, του πετούσαμε τα ρούχα μας και πέφταμε πάνω του. Ήταν για κωμωδία όσα γινόντουσαν εκεί.

Μετά είχε έρθει ο Σέμπουε. Λέγαμε στον Μήτσι (φροντιστής): “Αν φιλήσεις τον Σέμπουε στο στόμα θα σου δώσουμε 200.000 δραχμές”. Ελεγε αυτός: “Πάω πάω”. Ο Σέμπουε του έλεγε να πάει να γΑmHθεί κι ο Μήτσι του έλεγε: “Μην είσαι μαλάκας, θα τα πάρουμε μισά μισά”. Τον κυνηγούσε παντού, μιλάμε για πολύ γέλιο. Ο Μήτσι (Κορομηλάς) είναι Θεός. Πολύ χαβαλέ.

Η ήττα που σε πείραξε πιο πολύ;

«Τη σεζόν 1995-1996 ήταν να πάρουμε το νταμπλ. Ο Παναθηναϊκός τα είχε πάει πολύ καλά στο Champions League τότε και παίζαμε στο ΟΑΚΑ. Η ΑΕΚ όμως είχε ομαδάρα. Πάμε εκεί να παίξουμε και με ισοπαλία ακόμη θα ήμασταν δύο βαθμούς μπροστά.

Ο Τσιάρτας σ’ αυτό το ματς έκανε μ@λ@κίες. Δεν έδινε τη μπάλα σε κανέναν, ήθελε να βγει πρώτος σκόρερ. Βγαίνει στην επίθεση με τρεις παίκτες του Παναθηναϊκού απέναντί του, εγώ ήμουν μόνος μου, κάνει πλασέ και το πιάνει ο Βάντσικ. Μετά ο Μπορέλι μας έκανε το γκολ. Ήταν ένα δικό μας πρωτάθλημα, είχαμε μακράν καλύτερη ομάδα, αξίζαμε το νταμπλ. Και αν ήμασταν φρέσκοι εκείνη τη μέρα έπρεπε να φάνε 10 γκολ και τελικά χάσαμε 1-0. Τρελάθηκα ρε πούστη μου».

Είπες τίποτα στον Τσιάρτα μετά;

«Πήγα να τον πλακώσω στα αποδυτήρια. Και μετά στο πούλμαν ήμουν μπροστά του, τον άκουγα να μουρμουράει: “Χάσαμε απ’ αυτήν τη ομάδα ρε γαμώτο”. Γύρισα και του είπα: “Ρε άντε γαμήσου, ήμουν μόνος μου, γιατί δεν μου έδωσες τη μπάλα; Μη σε πλακώσω στις κλωτσιές. Με τις δικιές σου τις βλακείες χάσαμε το πρωτάθλημα”».

Δεν είχατε καλές σχέσεις;

«Ρε καλές είχαμε, αλλά εκεί τρελάθηκα. Πήγα να το πλακώσω. Θα σας πω κι άλλη μια ιστορία. Στην Κ20 της ΑΕΚ όταν πέρασα ως προπονητής, πρέπει να είμαι ο πιο επιτυχημένος απ’ όλους όσους πέρασαν. Με εμένα στα τρία αυτά χρόνια, έπαιξαν 20 παιδιά στην Α’ Εθνική, δεν έχει ξαναγίνει αυτό. Στην ΑΕΚ έπαιξαν ο Φούντας, ο Κλωναρίδης, ο Γροντής, ο Γαρουφαλλιάς, ο Νικολιάς, ο Τσουκαλάς, ο Εγγλέζος, ο Αρέστης, ο Αργυρίου… Όλα αυτά τα παιδιά έπαιξαν στην Α’ Εθνική».

Αυτό θα σε ρωτούσαμε αργότερα. Ο Ντανιέλ Μπατίστα έχει θέση στην ΑΕΚ ή γιατί δεν είναι ακόμη στην ΑΕΚ;

«Ναι, δεν ξέρω. Μου έχουν πει ξεκάθαρα ότι δεν με θέλει ο Μελισσανίδης. Κι ο Μανωλάς έχει αναρωτηθεί γιατί δεν είμαι στην ομάδα κι ο Κωστένογλου μου είχε πει ότι με ήθελε μαζί του».

Το λόγο που δεν σε θέλει τον έμαθες;

«Δεν ξέρω, αλλά δεν πειράζει… Μπορεί να νομίζουν κάποιοι ότι δεν ξέρω τη δουλειά του προπονητή, αλλά όπου πήγα μίλησε το έργο μου κι οι ομάδες μου έπαιξαν καλό ποδόσφαιρο. Στην ΑΕΚ Κ20 οι παίκτες εξελίχτηκαν και παίξαμε φοβερή μπάλα είτε το θέλουν κάποιοι είτε όχι. Κι όποιοι ήταν μαζί μου τότε το είδαν αυτό και το ξέρουν πολύ καλά. Όταν ανέλαβε ο Μπάγεβιτς και με έδιωξαν με τον Ζήκο, δεν ήξεραν τι να μου πουν. Ο Μπάγεβιτς μου είπε ότι ήθελε κάποιον να μιλάει καλύτερα ελληνικά. Δεν είχαν ιδέα ποια παιδιά έπαιξαν στην πρώτη ομάδα. Ο Δημητρέλλος που ερχόταν να δει την Κ20 είχε τρελαθεί, έλεγε ότι ήταν καλύτερα να βλέπει την Β’ ομάδα. Καταλαβαίνετε; Υπήρξε πολλή αδικία. Τα παιδιά αυτά βελτιώθηκαν με εμένα, πριν αναλάβω εγώ ούτε που ίδρωναν τη φανέλα. Εκτός από τον Στέλιο Μανωλά, κανένας απ’ αυτούς που πέρασε δεν άξιζε. Καταστρέφουν τα παιδιά. Εφαγαν 8 γκολ τα παιδιά από τον Άγιαξ. Με μένα πήγαμε στη Ντόρτμουντ και είχαμε αξιοπρεπή πορεία. Ήρθε ένας μάνατζερ να πάρει τον Κλωναρίδη, ο Παπαδημητρίου πήγε στην Red Bull. Ο κόσμος δεν τα ξέρει. Κάποιοι έλεγαν ότι πριν τον Μελισσανίδη δεν υπήρχαν παιδιά στην Ακαδημία. Υπήρχαν παιδιά – μπορεί να μην ήταν σούπερ ταλέντα αλλά δουλέψαμε πολύ καλά. Και τσαντίζομαι όταν πάνε να με βγάλουν άχρηστο κάποιοι μαλάκες».

Θες να μας πεις για τη δουλειά που γίνεται στην Ακαδημία σου;

Κάνω σε πολλά παιδιά και ατομικό πρόγραμμα. Οι πατεράδες λένε ότι “ο Μπατίστα κάνει στα παιδιά καλή δουλειά και τα προσέχει”. Κάποιοι γράφουν ένα βιβλίο και νομίζουν ότι είναι προπονητές. Εγώ ξέρω τι να πω στα παιδιά. Δεν πιστεύουν ότι μπορούν να φτιάξουν παίκτες στην Ελλάδα, ειδικά στην ΑΕΚ ποτέ! Τα παιδιά που είχα εγώ στην ΑΕΚ έπαιξαν στην Α’ Εθνική, αυτή είναι η μαγκιά. Μου έλεγαν ότι τα έκαψα τα παιδιά. Είχαν τον Κόλα, που είχε βάλει ο Νικολαΐδης και δεν ήξεραν πως να δουλέψουν τα παιδιά. Εγώ όταν ήμουν στην Δ’ Εθνική στη Νέα Ιωνία, η ΑΕΚ Κ20 έχασε 9-0.

Όταν πήγα στην ΑΕΚ εγώ είπα στα παιδιά τους είπα: “Αν χάσετε από ομάδα Δ’ Εθνικής δεν αξίζει να είστε στην ΑΕΚ, αφήστε το”.

Και μετά δεν χάναμε ούτε από ομάδες Β’ Εθνικής. Όταν πήγα δεν είχαν ιδέα από επιβαρής προπόνηση. Οι γονείς έλεγαν ότι πρώτη φορά είδαν τα παιδιά τους να βγαίνουν μούσκεμα από την προπόνηση. Και κοιτάξτε για να πάμε και να γυρίσουμε από το Καπανδρίτι με το πούλμαν θέλαμε δύο ώρες. Και μετά τους έκανα στο γήπεδό μου ατομικές προπονήσεις. Εγώ ξέρω τι είναι η ΑΕΚ και όταν είναι μαζί μου λένε: “αυτά τα παιδιά είναι με τον Μπατίστα”. Εγώ μιλάω στα παιδιά, ξέρω να δουλεύω στη ψυχολογία τους και ειδικά σε όσους είναι απογοητευμένοι. Τον Ρίκκα τον είχαν τελειωμένο, τον πήρα μαζί μου, κάναμε πολύ καλή προπόνηση και το παιδί έπαιξε.

Όταν η ΑΕΚ έπεσε, ο Τσιάρτας ερχόταν στο Καπανδρίτι κάθε μέρα. Μου έλεγε: “Όποιος δεν δουλεύει καλά θα φύγει”. Του έλεγα: “Εσύ είσαι ο Τσιάρτας εγώ είμαι ο Μπατίστα, άντε στο διάολο φύγε από εδώ. Μη μου λες μαλακίες εμένα. Κοίτα μπαλάρα που παίζουν τα παιδιά μου”. Εγώ έβαζα αυτούς που άξιζαν, όχι αυτούς που ήθελε εκείνος για τους δικούς του λόγους. Αν ένα παιδί αξίζει το παίρνω, αν όχι δεν πειράζει. Ενας πατέρας μου είπε ότι είμαι λαμόγιο επειδή του είπα πως το παιδί του δεν αξίζει. Δεν πειράζει».

Πες μας λίγο για τη μεταγραφή σου στον Άρη, εκεί όπου έκλεισες .

Ενας φίλος μου με έφερε σε επαφή με τον Κοντομηνά, ο οποίος με ήθελε στην ομάδα του. Τότε με είχε “φάει” ο Δημητριάδης από την ΑΕΚ. Ζήλευε. Ήρθε ο Τουμπάκοβιτς και έπρεπε να με “φάνε”. Ο Δημητριάδης ήταν τότε Γενικός Αρχηγός και δεν θέλει να με βλέπει ούτε ζωγραφιστό. Δεν έχω πρόβλημα να το γράψεις όπως στο λέω: “Δεν του λέω ούτε γεια”.

Είχατε κόντρα από πριν;

Ποτέ! Ο Βλάχος μου είχε πει ότι ο Δημητριάδης είχε πει στον Ραβούση: “τι βάζεις τον Μπατίστα να παίζει, είναι αλήτης και ξενυχτάει”. Ο Ραβούσης με είχε Θεό. Και με μισό πόδι με έβαζε να παίζω. “Είσαι ο καλύτερος απ’ όλους, να μπεις να παίξεις”. Ο Ραβούσης έλεγε: “Πιο ομαδικός παίκτης από τον Μπατίστα δεν υπάρχει”. Και είναι αλήθεια: Γούσταρα να βάζω γκολ και να φτιάχνω γκολ. Μπορούσα να τους περάσω όλους, να φτάσω στο τέρμα και να δώσω ασίστ. Επαιζα για την ομάδα. Ήμουν και ομαδικός και ατομιστής. Γι’ αυτό ο κόσμος με γούσταρε, δεν ήμουν λαμόγιο, δεν προκαλούσα. Ούτε το έπαιξα ΑΕΚ. Μπενφίκα ήμουν. Εγινα ΑΕΚ γιατί έπαιξα πολλά χρόνια εκεί, με αγάπησαν πραγματικά οι φίλαθλοι και τους αγάπησα. Με αγάπησαν γιατί προσέφερα, όχι επειδή έκανα λαμογιές. Κι οι Ολυμπιακοί με αγαπάνε. Ο Τάκης Τσουκαλάς έμπαινε μπροστά και έλεγε: “Ο Μπατίστα είναι ο καλύτερος παίκτης, μην τον πειράζει κανείς”. Όταν χάναμε μας περίμενε ο κόσμος να μας λιντσάρουν κι εγώ περνούσα και δεν με ενοχλούσε κανείς. Και ο Δημητριάδης έλεγε “ποιον Μπατίστα να βάλετε προπονητή;”.

Είσαι πικραμένος από την ΑΕΚ;

«Σαφώς και είμαι. Εγώ πρόσφερα στην ΑΕΚ και δεν αναγνωρίστηκε. Εγώ έκανα μόνο καλό στην ομάδα. Και στην Κ20 που ήμουν καλό έκανα. Εφερα λεφτά από τη μεταγραφή του Κλωναρίδη. Ο Κόλα έλεγε ότι το παιδί δεν κάνει κι η ΑΕ πήρε 1.000.000 ευρώ από τη μεταγραφή του στη Λιόν. Κι εγώ δεν πήρα ευρώ για έναν χρόνο δουλειάς. Οι άλλοι που έφεραν κατέστρεψαν τα παιδιά».

Θα πας να δεις την ΑΕΚ στην Αγιά Σοφιά;

«Δύσκολο. Θα πάω όταν θέλω. Η ΑΕΚ είναι ΑΕΚ, είναι ιστορία. Θα πάω όταν θα θέλω να δει κι ο γιος μου.

Ξέρω ότι με αγαπάει ο κόσμος. Κι ο Αδαμίδης που ήταν τότε, του είχα πει: “Δεν μου κάνεις χάρη, ξέρεις ότι προσφέρω”.

Πρόσφατα είχα πάει στον Εθνικό. Δεν ήθελε να αναλάβει κανένας γιατί θεωρούσαν ότι η ομάδα είχε πέσει. Εγώ ανέλαβα. Μου έλεγαν όλοι: “Που πας ρε μαλάκα, θα χρεωθείς τον υποβιβασμό”. Εμεναν τρία ματς. Ενα στη Νάξο, ένα με τον Χαραυγιακό κι ένα με το Μαρκό. Ήθελα δύο νίκες σε τρία ματς. Τα παιδιά κουράστηκαν στην πρώτη προπόνηση. Εβαλα δυνατό φιλικό με τον Φωστήρα, έβαλα πιτσιρίκια και νίκησα στο φιλικό 2-0. Πάμε στη Νάξο, νικάμε 2-1, παίρνουμε τον Χαραυγιακό, τους ρίξαμε τρία γκολ και μετά πάμε στο Μαρκό. Σε δύο ματς είχα σώσει την ομάδα. Ήμουν μάγος. Και κάποια λαμόγια έλεγαν στον πρόεδρο ότι δεν κάνω και έτσι δεν έμεινα».

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ AEK1924 ΚΑΙ ΜΕΙΝΕΤΕ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΟΙ

Όλα τα νέα της ΑΕΚ στο Google News

Κάνε Like στην σελίδα του AEK1924 στο Facebook

Κάνε follow το AEK1924 στο Instagram

Παρακολούθησε τις εκπομπές και τα βίντεο του AEK1924 με ένα subscribe στο YouTube

Ακολούθησε το AEK1924 στο Twitter

Advertisement